1 Οκτ 2009

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

Δευτέρα, 11 Νοεμβρίου 1991
Το φως του ήλιου τον τύφλωνε καθώς οδηγούσε. Μέσα στη βιασύνη του δεν πρόλαβε να πάρει τα γυαλιά του. Ακόμα όμως κι αν δε βιαζόταν σίγουρα θα τα ξεχνούσε. Μόλις του είχαν τηλεφωνήσει από το νοσοκομείο, η Εύη γεννούσε. Ένιωθε τόσο χαρούμενος! Έτρεχε με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Δεν ήθελε να λείπει μια τέτοια στιγμή απ' το πλευρό της. Δεν του είχαν δώσει ούτε μια μέρα άδεια απ' τη δουλειά. Ο διοικητής του ήταν ένας πολύ στυφός άνθρωπος και σπάνια έκανε τέτοιες χάρες."Κύριε διοικητά, γεννάει η γυναίκα μου" έσπευσε να του πει μόλις του τηλεφώνησαν. "Πρέπει να φύγω." Περίμενε να του δώσει μια ευχή ή έστω να χαμογελάσει. Αλλά αυτός αγέλαστος όπως πάντα ίσα που κούνησε το κεφάλι του.

Έτσι όπως έτρεχε στο δρόμο ξέχασε να σταματήσει σε ένα ζαχαροπλαστείο ή σε ένα ανθοπωλείο. Δεν πείραζε, όμως. Θα της τα έφερνε μια άλλη μέρα όταν ερχόταν στο σπίτι με το μωρό. Τώρα δεν είχε χρόνο να γυρίσει. Μπήκε τρέχοντας στο νοσοκομείο και κατευθύνθηκε προς την υποδοχή. Η νοσοκόμα του είπε που να πάει. Σκέφτηκε ότι η γυναίκα του, η Εύη τέλος πάντων, τον χρειαζόταν και παρόλο που δείλιασε την τελευταία στιγμή, έβαλε τα ειδικά αποστειρωμένα ρούχα και μπήκε.
Με την Εύη γνωρίστηκε τυχαία περίπου ενάμιση χρόνο πριν. Μέχρι τότε δεν πίστευε στον κεραυνοβόλο έρωτα. Μόλις είχε τελειώσει τη σχολή υπαξιωματικών και είχε μεταφερθεί στη μονάδα που θα υπηρετούσε, στη Θήβα. Ένα σαββατόβραδο είχε βγει με συναδέλφους του και την είδε να περνάει. Μαγνητίστηκε. Άφησε τους άλλους σύξυλους και σκεφτόταν πώς να την πλησιάσει, τι να της πει για να μην παρεξηγηθεί. Τελικά αγόρασε μια ανθοδέσμη, της έγραψε μια κάρτα και της την έδωσε. "Αν θέλεις κι εσύ, πάμε αύριο το απόγευμα για ένα φιλικό καφέ. Μάρκος." Κατάλαβε ότι κι εκείνη τον είχε προσέξει. Βγήκαν το επόμενο απόγευμα και το μεθεπόμενο και το παραμεθεπόμενο... Σε μια βδομάδα εξέφρασαν τον έρωτά τους δίνοντας το πρώτο τους φιλί κι από τότε ήταν αχώριστοι.
Ο Μάρκος ήταν τότε είκοσι ένα και η Εύη δεκαοχτώ. Πήγαινε στην τελευταία τάξη του λυκείου. Όταν έμαθαν για τη σχέση της κόρης τους, οι γονείς της Εύης δεν το πήραν με καλό μάτι. Οι γονείς του Μάρκου από την άλλη, τις λίγες φορές που του τηλεφωνούσαν από τη Θεσσαλονίκη του έλεγαν ότι ήταν τελείως επιπόλαιο να κάνει σχέση με μία κοπέλα η οποία έμενε εκεί καθώς σε δύο χρόνια αυτός θα έφευγε. Εξάλλου η κοπέλα ήταν κοριτσάκι, πήγαινε ακόμα σχολείο. Ο Μάρκος δεν καταλάβαινε την εναντίωση των γονιών του στην επιλογή του. Ούτε των γονιών της Εύης. Τους πείραζε λέει που ήταν στρατιωτικός. Όμως αυτό θα το δεχόταν μόνο ως πρόβλημα της Εύης, αφού αν οι μεταθέσεις του επηρέαζαν κάποιον άλλον εκτός από εκείνον θα ήταν η Εύη. Καταλάβαινε ότι το επιχείρημα των γονιών της Εύης ήταν απλή πρόφαση, δεν μπορούσε όμως να καταλάβει τον πραγματικό λόγο. Το ότι η κόρη τους θα ήταν μακριά τους δεν του φαινόταν τόσο σοβαρός λόγος. Άλλωστε, ποιος τους έλεγε ότι αν έβρισκε κάποιον άλλο αργότερα θα έμενε εκεί;
Παρά τις αντιρρήσεις του οικογενειακού τους περιβάλλοντος, ο Μάρκος και η Εύη συνέχισαν να βλέπονται. Η Εύη ως σχεδόν ανήλικη ακόμη είχε να αντιμετωπίσει συνέπειες και αντίποινα. Οι γονείς της για να την αποτρέψουν από αυτή τη σχέση, της έκοψαν το χαρτζιλίκι μέχρι να ξεκόψει από αυτόν τον Μάρκο. Δε μπορούσε να μην του το πει, έπρεπε να ξέρουν που βαδίζουν. Ο Μάρκος παρά τη στεναχώρια του που δημιουργούνταν εμπόδια στη σχέση τους, της είπε ότι απ' τη στιγμή που είναι μαζί είναι ένα, σαν να ήταν παντρεμένοι, οπότε ότι έχουν είναι και για τους δύο. Της είπε ότι θα της έδινε αυτός ό,τι χρειαζόταν. Η Εύη ανέκτησε το κουράγιο της και συνέχισαν χαρούμενα την έξοδό τους.

Στο εξής η σχέση της Εύης με τους γονείς της ψυχράνθηκε και ενώ έμεναν κάτω από την ίδια στέγη ένιωθαν ξένοι. Όταν μετά από καιρό η Εύη έμεινε έγκυος αφού το συζήτησε με το Μάρκο αποφάσισε να τους το πει. Πίστευαν και οι δύο ότι θα άλλαζαν στάση μόλις άκουγαν τα νέα. Έκαναν λάθος. Τα πράγματα όχι μόνο δεν καλυτέρεψαν αλλά οι γονείς της μόλις το έμαθαν έγιναν έξαλλοι. Ήταν μόνο δεκαοχτώ χρονών, της έλεγαν, δεν είχε τελειώσει καν το λύκειο και σε ένα μήνα έδινε εξετάσεις. Πώς ήταν δυνατόν να θέλει να κρατήσει αυτό το παιδί; Ήταν σειρά της Εύης να γίνει έξαλλη. Πώς τολμούσαν να της λένε να σκοτώσει το παιδί της; Δεν υπήρχε καμία περίπτωση να κάνει κάτι τέτοιο. Μετά από αυτό οι γονείς της της έδωσαν τελεσίγραφο, ή ρίχνει το παιδί ή φεύγει από το σπίτι. Της έδωσαν μισή ώρα διορία να αποφασίσει την επόμενή της κίνηση. Σ' αυτή τη μισή ώρα η Εύη τηλεφώνησε στο Μάρκο για να του πει πώς είχε η κατάσταση, μάζεψε τα βιβλία της και κάποια ρούχα και μόλις ο Μάρκος την ειδοποίησε ότι είχε φτάσει στο σπίτι της, βγήκε από το δωμάτιό της και πήγε στην κουζίνα όπου κάθονταν οι γονείς της. Τους κοίταξε σαν να τους έβλεπε για πρώτη φορά. Ποιοι ήταν αυτοί οι δύο; Τόσα χρόνια πίστευε ότι τους αγαπούσε όσο κανέναν άλλο κι ότι την αγαπούσαν κι εκείνοι. Τώρα καταλάβαινε ότι ποτέ δεν την είχαν καταλάβει κι ότι μέσα στην αφέλειά της πάντα δικαιολογούσε τις πράξεις τους λέγοντας στον εαυτό της ότι την αγαπούσαν και προσπαθούσαν να την προστατέψουν. Δεν τους είπε τίποτα. Είδαν τις τσάντες της και κατάλαβαν.
Ο Μάρκος την περίμενε κάτω από το σπίτι της ακουμπισμένος στο καπό του αυτοκινήτου. Μόλις την είδε να κατεβαίνει τις σκάλες έτρεξε να της πάρει τις τσάντες. Αφού τις έβαλε στο πορτ-μπαγκάζ την αγκάλιασε κι ύστερα της άνοιξε την πόρτα για να φύγουν. Ξεκινούσαν μια νέα ζωή. Μαζί.
Ζούσαν σαν να ήταν παντρεμένοι. Είχαν το σπίτι τους, τη δουλειά τους, στρατό και σχολείο, το αυτοκίνητό τους. Ποτέ δεν ένιωσαν να πιέζονται. Ήταν επιλογή τους. Ήταν η αγάπη τους. Η Εύη έδωσε τις εξετάσεις της και περίμενε τα αποτελέσματα. Δεν ήθελε να σπουδάσει, ήθελε να ζει αυτό που ήδη ζούσε. Όμως ένα καλό απολυτήριο θα ήταν μια απόδειξη στον εαυτό της για το τι μπορούσε να καταφέρει. Θα μπορούσε ίσως αργότερα να βρει και κάποια δουλειά, είχε κι ένα πτυχίο στα αγγλικά. Τώρα όμως περίμενε το μωρό της. Και ήταν απόλυτα ευτυχισμένη.
Ο Μάρκος ήταν τόσο ευγενικός και την αγαπούσε πάρα πολύ. Γυρνούσε στο σπίτι με ένα μπουκέτο λουλούδια και ένα ραβασάκι και ήταν αρκετό ώστε να τους κάνει να χαμογελάνε μια ζωή. Κάθε μέρα όμως έκανε κάτι διαφορετικό που έκανε κάθε στιγμή της ζωής τους ξεχωριστή. Ποτέ δεν ένιωσαν να βαριούνται ο ένας την παρουσία του άλλου. Η αγάπη τους αυξανόταν μέρα με τη μέρα. Όταν η Εύη τέλειωσε με το σχολείο και βγήκαν και τα αποτελέσματα, άκρως ικανοποιητικά, άρχισαν να κάνουν σχέδια για το γάμο τους. Θα ήταν σε κλειστό κύκλο. Τους γονείς της Εύης δεν περίμεναν να τους δουν απ’ τη στιγμή που την είχαν διώξει απ’ το σπίτι σαν να μην ήταν καν παιδί τους. Είχαν διακόψει κάθε επαφή πια αλλά θα τους καλούσαν. Άλλωστε η Εύη πάντα ήλπιζε πως η σχέση τους θα αποκατασταθεί κάποια στιγμή. Από την άλλη οι γονείς του Μάρκου ένιωθαν απογοητευμένοι από τη συμπεριφορά του, σε αντίθεση ίσως με οποιουσδήποτε άλλους γονείς των οποίων ο γιος είχε βρει μια καλή δουλειά και μια καλή κοπέλα και ήταν έτοιμος να ανοίξει το δικό του σπίτι. Ή που το είχε ανοίξει ήδη κατά κάποιο τρόπο. Θα καλούσαν κάποιους φίλους τους και αυτό ήταν όλο. Δεν ήθελαν πολλές επισημότητες, άγνωστους προσκεκλημένους και παραπανίσια προβλήματα. Ήθελαν απλώς να παντρευτούν και να συνεχίσουν την ζωή τους. Όλα αυτά όμως μετά τη γέννηση του παιδιού. Δεν προλάβαιναν να κάνουν έστω και τις λίγες ετοιμασίες που θα χρειαζόταν ο γάμος τους και δεν είχαν και κάποιο λόγο για να βιάζονται. Δεν είχε νόημα να ταλαιπωρηθεί η Εύη άσκοπα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της. Έλεγαν λοιπόν να αφήσουν να περάσει κάποιο διάστημα από τη γέννα και ύστερα να οργανώσουν με την ησυχία τους αυτή τη μέρα. Υπολόγιζαν ότι η Εύη θα γεννούσε μέσα Νοεμβρίου οπότε το καλοκαίρι έμοιαζε η ιδανική εποχή για να ενωθούν και επισήμως με τα δεσμά του γάμου.
Η Εύη πήγαινε τακτικά στον γιατρό για να παρακολουθεί την πρόοδο της εγκυμοσύνης. Είχαν αποφασίσει να μη δουν το φύλο του μωρού. Θα έπαιρναν τη χαρά διπλή όταν ερχόταν η στιγμή της γέννησής του. Σημασία δεν είχε το φύλο. Θα ήταν το παιδί τους και αυτό ήταν αρκετό.
Μπαίνοντας στην αίθουσα του τοκετού ο Μάρκος είδε την Εύη ξαπλωμένη, ιδρωμένη, με ανακατεμένα μαλλιά και κόκκινο πρόσωπο, λες κι είχε μόλις σταματήσει να παλεύει. Φαινόταν απίστευτα καταπονημένη. Μία νοσοκόμα τον ενημέρωσε ότι από λεπτό σε λεπτό θα είχε την απαιτούμενη διαστολή και θα ξεκινούσε κανονικά ο τοκετός. Η Εύη έδειχνε αποκαμωμένη και ο Μάρκος δεν ήξερε τι να κάνει για να την ανακουφίσει. Πήγε κοντά της και της κράτησε το χέρι, της μιλούσε για να την ηρεμήσει, την ενθάρρυνε να παίρνει βαθιές αναπνοές για να αντιμετωπίσει τον πόνο. Σε λίγο άρχισε να ιδρώνει κι αυτός. Η ομιλία του γιατρού και των νοσοκόμων μπερδεύτηκε με τις κραυγές της Εύης και το μόνο που άκουγε ήταν ένα ανήσυχο βουητό . Ένιωσε άχρηστος αλλά δεν ήθελε να φύγει. Ήθελε να είναι στο πλευρό της γυναίκας του, να την αγκαλιάσει μόλις ακούσει το κλάμα του μωρού, ακόμα και να επωμιστεί ο ίδιος τους πόνους και την κούραση της και να την αφήσει με το μωρό να νιώσει την ευτυχία της μητρότητας. Ποτέ δεν είχε φανταστεί ότι η γέννα ήταν μια τόσο επίπονη διαδικασία. Μέσα στην ζάλη του ένιωσε να του πιάνουν το μπράτσο και να τον οδηγούν έξω από το δωμάτιο. Ήθελε να αντισταθεί αλλά δεν μπορούσε. Βρισκόταν σε σύγχυση και τα λόγια της νοσοκόμας δεν έβγαζαν νόημα. "Ο γιατρός λέει πως θα ήταν καλύτερα να βγείτε έξω. Ίσως χρειαστεί να γίνει καισαρική." Κάθισε άτσαλα σε μια καρέκλα που βρέθηκε πίσω του και προσπάθησε να συγκεντρωθεί. "Ο γιατρός ... λέει ... έξω ... καισαρική... " Οι λέξεις δεν έδειχναν να συνδέονται στο μπερδεμένο μυαλό του Μάρκου. Σαν να τις άκουγε για πρώτη φορά. Ίσως να μην ήταν καν στη γλώσσα του ...
Άνοιξε τα μάτια και είδε μπροστά του μια άσπρη στολή. Ήταν η ίδια νοσοκόμα που τον είχε οδηγήσει έξω, μακριά από την Εύη. Τι του είχε πει, γιατί να βγει έξω; Ξαφνικά όλα έδειχναν να ξεκαθαρίζουν. Φαίνεται πως είχε αποκοιμηθεί για αρκετή ώρα στον κρύο διάδρομο του νοσοκομείου. Ο Μάρκος σήκωσε το βλέμμα του στη νοσοκόμα με αγωνία. Ήθελε να φωνάξει, να τη ρωτήσει πού είναι η Εύη, γιατί τον έβγαλαν έξω, ήθελε να πάει πάλι στη γυναίκα του. Όμως δεν μπορούσε να κάνει τίποτα από όλα αυτά. Η νοσοκόμα άρχισε να του μιλάει. "Ο γιατρός έκανε ό,τι μπορούσε. Δε μπόρεσε να σταματήσει την αιμορραγία. Ευτυχώς το μωρό είναι καλά..." Ο Μάρκος άκουγε σιωπηλός. Τι εννοούσε η νοσοκόμα ότι το μωρό ήταν καλά; "Είναι κορίτσι, θα μπορείτε να το δείτε σε λίγο..." Ο Μάρκος σηκώθηκε απότομα και φώναξε "Θέλω να δω την Εύη. " Για μια στιγμή άρχισε πάλι να ζαλίζεται. Η νοσοκόμα του έγνεψε να την ακολουθήσει.
Μέσα από μια τζαμαρία είδε το κοριτσάκι. Ήταν σίγουρος ότι ήταν αυτό πριν του το δείξει η νοσοκόμα. Αχ, έμοιαζε τόσο πολύ στην Εύη, τόσο πολύ. Ήθελε να πάει να τη δει, να δει αν περάσαν οι πόνοι, να της πει πόσο όμορφη ήταν η κορούλα τους, πόσο πολύ της έμοιαζε. Απευθύνθηκε στη νοσοκόμα. "Πότε μπορώ να δω την Εύη; " Η νοσοκόμα συνέχισε να κοιτάει μέσα στη τζαμαρία και του απάντησε ότι ο γιατρός θα τον περίμενε σε λίγο στο γραφείο του. Έμεινε λίγο εκεί απορροφημένος από τη θέα αυτού του όμορφου κοριτσιού που μόλις είχε έρθει στη ζωή. Ξαπλωμένο μέσα στο γυάλινο κρεβατάκι του, αγνοούσε πιθανότατα την αναστάτωση που είχε φέρει η γέννησή του.
Ο Μάρκος έμεινε πολλή ώρα στο τζάμι κοιτάζοντας την κόρη του. Χωρίς να σκέφτεται. Τουλάχιστον προσπαθούσε να μη σκέφτεται, γιατί δεκάδες σκέψεις διέσχιζαν το μυαλό του κάθε δευτερόλεπτο. Το υποσυνείδητό του είχε αρχίσει να συναρμολογεί το παζλ της ημέρας και τα μπερδεμένα λόγια της νοσοκόμας οδηγούσαν πια ξεκάθαρα στο συμπέρασμα ότι η Εύη δεν ήταν καλά. Προσπάθησε να πείσει τον εαυτό του ότι η νοσοκόμα δεν εννοούσε τίποτα τέτοιο. Ότι λόγω του ενθουσιασμού της ίσως από την διεξαγωγή άλλης μιας ομαλής γέννας μπέρδευε τα λόγια της. Όταν δεν άντεχε πλέον να παλεύει με τον εαυτό του, πήρε το χέρι του από το τζάμι και προσπάθησε να βρει το δρόμο του για το γραφείο του γιατρού.
Είδε το όνομα στην πόρτα και χτύπησε σιγανά. Ο γιατρός τον περίμενε. Τράβηξε μια καρέκλα από τον τοίχο και κάθισε κοντά στο γραφείο. Δε μίλησε. Περίμενε να του πει ο γιατρός ό,τι είχε να του πει. Ο γιατρός άρχισε να του λέει για το μωρό, το βάρος του, το ύψος του και μετά από μια μεγάλη παύση άρχισε να του περιγράφει πώς η Εύη άρχισε να αιμορραγεί κατά τη διάρκεια του τοκετού,τις προσπάθειες που έκανε για να καταστείλει την αιμορραγία αφού έβγαλε το μωρό, τον εύθραυστο όπως αποδείχθηκε οργανισμό της που δεν κατάφερε να ανταπεξέλθει σ' αυτή τη δοκιμασία... Έπειτα σώπασε. Του έδωσε κάμποση ώρα να συνειδητοποιήσει το συνταρακτικό και αμετάκλητο γεγονός του θανάτου της κι ύστερα σηκώθηκε και στάθηκε δίπλα του. "Λυπάμαι πάρα πολύ." Και τον άφησε μόνο.
Ο Μάρκος καταλάβαινε όλα όσα άκουγε αυτή τη φορά, αλλά βρισκόταν σε πλήρη άρνηση. Δε μπορούσε να δεχτεί ότι η Εύη που το πρωί είχε περάσει να τη δει στο νοσοκομείο ... ότι η δική του Εύη, η μητέρα του παιδιού του, είχε φύγει. Ότι η αγαπημένη του, η μέλλουσα γυναίκα του είχε πεθάνει... Σκέπασε τα μάτια του με το χέρι και ξέσπασε σε αναφιλητά Ήταν η πιο ελάχιστη έκφραση αυτού που ένιωθε, αυτού του βουνού αρνητικών συναισθημάτων και σκέψεων που του πλάκωσαν αστραπιαία την καρδιά. Μέσα σε μια μέρα πρόλαβε να νιώσει την απόλυτη ευτυχία και την απόλυτη δυστυχία. Ευτυχία για τη γέννηση ενός παιδιού, δυστυχία για το χαμό μιας γυναίκας.

6 σχόλια:

  1. αναμονή για τη συνέχεια μιας ιστορίας....

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Μετα από καιρό καταφέρνω επιτέλους να αρχίσω να διαβάζω την ιστορία σου!!!Εχει ενδιαφέρον και διαβαζοντας την, νιώθω ότι ζώ αυτή την ιστορία! Να περιμένεις τα σχόλια μου στα επόμενα κεφάλαια! Ελπίζω να καταφέρω να τα διαβάσω σύντομα...!!! Καλή συνέχεια!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Χαίρομαι που σου αρέσει. Ελπίζω η συνέχεια να εξίσου καλή και να μη σε απογοητεύσει...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Είπα να σχολιάσω στο 1ο σου κεφάλαιο σαν 1ο μου σχόλιο!

    Είσαι πάρα πολύ καλή!
    Έχεις πολύ ευχάριστο λόγο και πολύ περιγραφική απεικόνιση των σκέψεών σου!
    Αφήνεις το σωστό συναίσθημα ανά περίπτωση, να ξεπετάγεται μέσα από τις προτάσεις.
    Συνέχισε έτσι (αν και βλέπω ότι ήδη το κάνεις)!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Cosmos σ' ευχαριστώ πολύ για την κριτική σου. Μου έφτιαξες τη μέρα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Να σαι καλά. Ερωφίλη. Αυτό που κάνεις είναι πραγματική επανάσταση. Βαρεθήκαμε με την τυπώμενη σαβούρα που υπάρχει μόνο για τις δημόσιες σχέσεις των συγγραφέων. Είναι η πρώτη φορά που μπήκα και το πρώτο κεφάλαιο που διάβασα.
    Και γράφω για να εκφράσω τον ενθουσιασμό μου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή