5 Οκτ 2009

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

Το μωρό αποκοιμήθηκε στην αγκαλιά του. Έπρεπε να το βάλει στην κούνια του χωρίς να το ξυπνήσει. Τη στιγμή που το άφηνε απαλά στο στρώμα χτύπησε το τηλέφωνο. Έτρεξε να απαντήσει πριν προλάβει να το αναστατώσει. Ήταν από τη δουλειά. Ευτυχώς είχε εγκριθεί η άδεια του. Είκοσι μέρες λοιπόν θα καθόταν στο σπίτι με το μωρό. Είκοσι μέρες. Μετά τι θα έκανε; Οι είκοσι μέρες θα τέλειωναν πριν το καταλάβει. Έπρεπε να σκεφτεί τι θα έκανε μετά. Από τα πεθερικά του δεν έπρεπε να περιμένει καμία βοήθεια. Ούτε που πήγαν στο νοσοκομείο να επισκεφτούν την κόρη τους όταν μπήκε στο μήνα της. Και τώρα … τώρα η Εύη είχε φύγει. Για πάντα. Πάλι δε μπόρεσε να συγκρατηθεί και τα δάκρυα άρχισαν να κυλάνε στα μάγουλά του. Ήταν τόσο αναπάντεχος ο χαμός της που δυσκολευόταν να συνειδητοποιήσει ότι ποτέ δε θα την ξανάβλεπε, ότι από ‘δω και στο εξής θα ήταν μόνος του, αυτός και το μωρό.

Κοίταξε γύρω του. Πώς θα μπορούσε να συνεχίσει μόνος του; Καθώς κοιτούσε τα άδεια δωμάτια η ματιά του έπεσε στο ημερολόγιο που είχε κρεμάσει η Εύη όταν ήρθε στο σπίτι. Ήταν 12 Νοεμβρίου. Είχε περάσει μόνο μια μέρα από τη γέννηση της κόρης του. Μόνο μια μέρα από το χαμό της Εύης. Η μόνη του έγνοια τώρα ήταν η φροντίδα του μωρού. Και δεν ήταν εύκολη υπόθεση για το Μάρκο, στα είκοσι δύο του χρόνια να αναλάβει μόνος του την ανατροφή ενός παιδιού. Δεν το είχε σκεφτεί έτσι. Κατέβαλε όμως κάθε δυνατή προσπάθεια, ήθελε να τα κάνει όλα σωστά. Το κενό όμως που ένιωθε μέσα του από την απουσία της Εύης τον τυραννούσε όταν καθόταν μόνος του στο μικρό τους διαμέρισμα και το μωρό κοιμόταν. Αναρωτιόταν πώς θα τα έβγαζε πέρα. Ήταν ολομόναχος. Οι γονείς της Εύης τον μισούσαν και οι δικοί του γονείς είχαν απομακρυνθεί τον τελευταίο μισό χρόνο, από τότε δηλαδή που η Εύη ήρθε να μείνει μαζί του. Άλλωστε, τι βοήθεια μπορούσαν να του προσφέρουν από τη Θεσσαλονίκη; Ακόμα κι αν οι σχέσεις τους ήταν άριστες, αμφέβαλλε για το αν η μητέρα του θα άφηνε το σπίτι της για να έρθει στη Θήβα να προσέχει το εγγόνι της. Έπρεπε όμως να βρει μια λύση. Είχε είκοσι μέρες στη διάθεσή του κι έπειτα θα γύριζε στη δουλειά. Και το μωρό, το μικρό του κοριτσάκι, θα ήθελε άλλες είκοσι μέρες μέχρι να σαραντίσει. Σίγουρα θα έπρεπε να βρει κάποια γυναίκα για να φροντίζει το μωρό όσο αυτός θα βρισκόταν στη δουλειά. Πώς όμως να εμπιστευτεί μια ξένη; Έπρεπε να αρχίσει το ψάξιμο, ώστε μέχρι να ‘ρθει η ώρα να γυρίσει στη δουλειά να προλάβει να τη γνωρίσει. Θα χρειαζόταν βέβαια πολλά λεφτά για κάτι τέτοιο. Αλλά θα τα κατάφερνε. Τι έξοδα είχε εκτός από το νοίκι; Τα απαραίτητα για το σπίτι και το γάλα του μωρού. Και πάνες. Βάλε και τη βενζίνη… Ίσα που θα του έφτανε ο μισθός του. Μήπως έπρεπε να αφήσει τη δουλειά του και να κάθεται αυτός με το μωρό; Θα έβρισκε όμως μια δουλειά που να μην απαιτεί να φεύγει από το χώρο του; Δεν είχε και πολλές γνώσεις. Είχε βέβαια κάποια χρήματα στην άκρη. Αλλά μ’ αυτά έπρεπε να καλύψει τα έξοδα της κηδείας. Είχε να κανονίσει κι αυτό το θέμα άμεσα.
Πήρε το τηλέφωνο κι άρχισε να τηλεφωνεί σε γραφεία κηδειών και σε εκκλησίες για να δει τι χρειαζόταν για την κηδεία της Εύης. Χωρίς να το καταλάβει κανόνισε όλες τις λεπτομέρειες. Είχε αφήσει τα συναισθήματά του αμέτοχα σ’ αυτή τη διαδικασία. Δρούσε καθαρά με τη λογική. Και η λογική του υπαγόρευε ότι έπρεπε να χειριστεί τα πάντα γρήγορα παρά την οδύνη του και έπειτα να αφιερώσει όλη του την προσοχή στο κοριτσάκι του. Η λογική τού απαγόρευε κάθε είδος συναισθηματισμού όσο ασχολούνταν με το θέμα της κηδείας. Όταν όμως βρισκόταν με τη νεογέννητη κορούλα του η λογική δεν είχε καμία θέση ανάμεσά τους. Το κοριτσάκι αυτό το λάτρευε. Ήταν ό, τι του είχε απομείνει από την Εύη. Και της είχε μοιάσει τόσο πολύ. Τέτοια ομοιότητα δεν είχε ξαναδεί ο Μάρκος τουλάχιστον όχι από τόσο νωρίς. Ίσως να ήταν η αντανάκλαση της δικής του ανάγκης να κρατήσει την Εύη κοντά του κι όχιπραγματική ομοιότητα. Πήγε μέχρι το δωμάτιο να τη δει. Η μικρή του κόρη κοιμόταν ήσυχα. Έφερε μια καρέκλα από την κουζίνα και την έβαλε δίπλα στην κούνια. Κάθισε και για πολλή ώρα δε μπορούσε να σταματήσει τα δάκρυα που έβρισκαν επιτέλους το δρόμο για να βγουν και να μην τον βαραίνουν άλλο. Το μωρό χωρίς προειδοποίηση ξύπνησε κι έβαλε τα κλάματα. Αυτό σήμαινε ότι ήταν ώρα για φαγητό. Το πήρε στην αγκαλιά του και το ησύχασε. Πήγαν μαζί στην κουζίνα και καθώς ετοίμαζε με ένα χέρι το νερό για το γάλα, ο Μάρκος κατάλαβε πως δεν είχε κανέναν εκτός από αυτό το κοριτσάκι. Γι’ αυτό το κοριτσάκι , αποφάσισε, γι’ αυτό το κοριτσάκι έπρεπε να προσπαθήσει. Θα βάλει τα δυνατά του. Θα κάνει ό,τι μπορεί για να καταφέρει να σταθεί στα πόδια του. Όλη η ζωή του τώρα βασιζόταν στη ζωούλα αυτού του κοριτσιού. Και η ζωή του κοριτσιού στηριζόταν μονάχα σ’ αυτόν. Έριξε τη σκόνη στο νερό, κούνησε το μπουκάλι για να ανακατευτεί, έριξε λίγο στο χέρι του για να σιγουρευτεί ότι δεν ήταν καυτό και άρχισε να ταΐζει το μωρό που περίμενε φροντίδα στην αγκαλιά του.
Ο Μάρκος τάιζε το μωρό σκεφτόταν. Έβλεπε το μωρό να πίνει το γάλα από το μπουκάλι και αναρωτιόταν πώς θα ήταν τα πράγματα αν η Εύη ήταν μαζί τους. Σίγουρα θα το τάιζε εκείνη και μάλλον θα το θήλαζε. Δεν ήταν εύκολο να είναι μόνος του. Πιθανότατα οι γυναίκες να είχαν ένστικτο, μια διαίσθηση όσον αφορά το θέμα της μητρότητας. Ο Μάρκος δε μπορούσε να ξέρει αν αυτό ήταν αλήθεια. Ήξερε όμως ότι ο ίδιος δεν είχε τέτοιου είδους ένστικτο. Είχε όμως αγάπη. Ίσως η αγάπη του να ήταν αρκετή για να αναπληρώσει την Εύη. Αλλά ούτε αυτό μπορούσε να το ξέρει. Το τηλέφωνο τον έβγαλε από τις σκέψεις του. Έβαλε το μωρό στην κούνια του και απάντησε.
--Καλησπέρα. Μάρκο εσύ;
--Ναι, ποιος είναι;
--Είμαι η Μαρία, απ’ το γραφείο μέριμνας. Η Μαρία Ζάχου.
--Α, γεια σου Μαρία. Έγινε τίποτα, χρειάζεστε κάτι;
--Όχι, όχι. Δεν έγινε τίποτα. Ήθελα … ήθελα να σου ευχηθώ για το μωρό. Έμαθα ότι είναι κοριτσάκι, ε; Να σου ζήσει! … Και… λυπάμαι πολύ για… λυπάμαι πολύ για τη γυναίκα σου.
--Σ’ ευχαριστώ. Σ’ ευχαριστώ πολύ, Μαρία.
--Μάρκο, ήθελα να ξέρεις… να, ήθελα να σου πω, αν χρειαστείς κάτι… να ξέρεις ότι θα ήθελα να φανώ χρήσιμη. Αν χρειαστείς κάτι για το μωρό, ας πούμε…
--Η αλήθεια είναι ότι δεν είναι και το πιο εύκολο πράγμα. Θέλω να πω, θα ήταν αλλιώς αν η Εύη… αν ήταν εδώ.
--Ναι, καταλαβαίνω. Ξέρω ότι… Να ξέρεις ότι ό, τι χρειαστείς μπορείς να μου πεις. Οτιδήποτε, εντάξει; Εννοώ, μη διστάσεις.
--Πολύ ευγενικό από μέρους σου. Σ’ ευχαριστώ πολύ. … Αύριο είναι… ε, αύριο θα γίνει η κηδεία της Εύης.
--Ναι. Έχεις κάποιον να σου κρατήσει το μωρό;
--Βασικά, όχι. Δεν ξέρω τι θα κάνω. Δεν ήμουν προετοιμασμένος για τίποτα από αυτά… Γίναν όλα τόσο γρήγορα…
--Το ξέρω, το ξέρω… Μη στενοχωριέσαι όμως. Δηλαδή, μπορώ να κρατήσω εγώ τη μικρή αν θες.
--Μπορείς σίγουρα; Θα βοηθούσε πολύ αυτό. Πραγματικά. Σίγουρα μπορείς, όμως, ε; Δε θέλω να βγεις από το -
--Όχι, είμαι ελεύθερη αύριο. Μπορώ να έρθω και τώρα για λίγο, να τα πούμε από κοντά.
--Ναι, ναι, βέβαια. Ξέρεις που είμαι; Στην οδό Φυλής. Μετά το περίπτερο.
--Α, κοντά σ’ ένα κατάστημα με ηλεκτρικά.
--Ναι. Απέναντι. Εντάξει;
--Ναι, Μάρκο. Τα λέμε σε λίγο.
--Ναι, τα λέμε.
Ακούμπησε το ακουστικό στη συσκευή. Κοίταξε τριγύρω στο δωμάτιο μήπως μπορούσε να τακτοποιήσει κάτι. Να μην είναι πολύ ακατάστατα. Απ’ το πουθενά ήρθε η Μαρία… Την είχε προσέξει στη δουλειά. Ήταν μια πολύ ευγενική κοπέλα, συμπαθητική, ίσως γύρω στα τριάντα. Απ’ ότι ήξερε δεν ήταν παντρεμένη. Ήταν η μόνη που του τηλεφώνησε μέχρι στιγμής. Εκτός από το γραφείο κηδειών, που χρειάζονταν να εξακριβώσουν κάτι στοιχεία. Οι άλλοι του συνάδελφοι, εκείνοι με τους οποίους έκανε παρέα και εκτόςδουλειάς, είχαν αραιώσει τώρα τελευταία. Όχι βέβαια επειδή μπήκε στη ζωή του η Εύη. Ίσως τους τελευταίους μήνες, που είχε προχωρήσει και η εγκυμοσύνη. Ωστόσο, μετά από τον ξαφνικό της θάνατο, να μην ήξεραν τι να του πουν ή πώς να φερθούν. Ήταν μεγάλη σύμπτωση που η Μαρία δεν δούλευε την επόμενη μέρα. Και μεγάλη τύχη, μέσα στη δυστυχία του, που προσφέρθηκε να μείνει μαζί με το μωρό. Δεν είχε κανέναν άλλο για να του το ζητήσει.
Η Μαρία από την άλλη, μόλις έκλεισε το τηλέφωνο ετοιμάστηκε για να πάει στο σπίτι του. Σκέφτηκε να πάρει λίγα λουλούδια για την Εύη. Θα σταματούσε σε κάποιο ανθοπωλείο πηγαίνοντας. Ωστόσο, σκέφτηκε ότι ο Μάρκος δεν ήταν ειδικός στο θέμα του μωρού και δεν είχε και την ευχέρια να βγει να ψωνίσει αυτά που τους χρειαζόταν. Αποφάσισε να σταματήσει και σε κάποιο κάτάστημα με μωρουδιακά, να πάρει κάποια φορμάκια για τη μπέμπα. Την επόμενη μέρα δε δούλευε, θα πήγαινε να τον βοηθήσει με το μωρό. Τόσες ευθύνες ξαφνικά θα ήταν δύσκολο να τις χειριστεί ακόμα και κάποιος πιο έμπειρος από το Μάρκο. Η αλήθεια είναι ότι είχε ακούσει για τη σχέση του Μάρκου και της Εύης στη δουλειά από την άνοιξη. Είχε γίνει σούσουρο και έκανε κύκλο στα γραφεία ότι ο Μάρκος είχε μπλέξει με μία μικρή και είχε φασαρίες με τους γονείς της. Δεν την κέντρισε τόσο το κουτσομπολιό όσο η ώριμη στάση του Μάρκου απέναντι σ’ αυτά. Από τότε του ‘λεγε μια καλημέρα παραπάνω και πού και πού πιάναν την κουβέντα όταν ο Μάρκος περνούσε απ’ το γραφείο μερίμνας. Την Κυριακή, δυο μέρες πριν, είχε υπηρεσία, θα έβγαινε το μεσημέρι της Δευτέρας. Είχε δει το Μάρκο που έφυγε βιαστικός και κατάλαβε ότι η κοπέλα του θα γεννούσε. Ωστόσο λίγο πριν το μεσημέρι ακούστηκε ότι η γέννα δεν πήγε καλά κι ότι η Εύη πέθανε. Της φάνηκε απίστευτο και τηλεφώνησε αμέσως στο νοσοκομείο να ρωτήσει. Είπε ότι ήταν ξεδέρφη της κοπέλας για να της δώσουν πληροφορίες. Της είπαν όμως το ίδιο πράγμα. “Η Εύη δεν τα κατάφερε, το κοριτσάκι όμως ήταν μια χαρά.” Κατάλαβε την κατάσταση που είχε βρεθεί ξαφνικά ο Μάρκος και ζήτησε αμέσως άδεια για την Τετάρτη, μαντεύοντας ότι τότε θα γινόταν η κηδεία. Δεν ήταν λοιπόν τυχαίο που μπορούσε να του κρατήσει το μωρό.
Η κηδεία έγινε δυο μέρες μετά από τη γέννηση του παιδιού. Εκτός απ’ τον Μάρκο, μόνο κάτι συμμαθήτριές της είχαν έρθει και κάτι γριές από την ενορία. Οι γονείς της δεν ήταν εκεί. Ο Μάρκος, με τα μάτια κόκκινα από το κλάμα, σκεφτόταν πώς μπορούσε να πει αντίο σ’ έναν άνθρωπο τόσο νέο, που δεν πρόλαβε να ζήσει τίποτα εκτός από την αποδοκιμασία των γονιών της και μια εγκυμοσύνη με τραγικό τέλος. Η τελετή τέλειωσε, ο Μάρκος όμως δεν είπε αντίο. Όταν έφυγαν όλοι από τον τάφο, κάθισε στα γόνατά του και περίμενε. Περίμενε μήπως σηκωνόταν η Εύη του από ‘κει μέσα, την έπαιρνε αγκαλιά και πήγαιναν μαζί στο σπίτι, να δουν το μωρό τους, το κοριτσάκι τους. Περίμενε ώσπου κατάλαβε ότι αυτό που έκανε ήταν τρελό. Η Εύη δεν μπορούσε να γυρίσει. «Πού είσαι;» ψιθύρισε. Έπειτα σκούπισε τα μάτια του και σηκώθηκε. Ήταν καιρός να γυρίσει σπίτι.
Βρήκε το καταφύγιο που χρειαζόταν στο νεογέννητο μωρό του. Το πήρε στην αγκαλιά του αλλά ήταν σαν να προσπαθούσε αυτός να κουρνιάσει στην βρεφική του γαλήνη. Σαν να προσπαθούσε να αποβάλλει από μέσα του όσες εμπειρίες και σκέψεις τον χώριζαν από ένα βρέφος. Η Μαρία τον χαιρέτησε διακριτικά, να μην διακόψει την εύθραυστη προσωρινή ηρεμία του.

4 σχόλια:

  1. Ομολογώ οτι συγκινήθηκα...!Γράφεις ωραία τελικά! Ραντεβού στα επόμενα κεφάλαια! ;-) Καλή σου μέρα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Σ' ευχαριστώ πολύ καλέ μου αναγνώστη... Συγκινήθηκα κι εγώ από τα σχόλιά σου! Καλημέρα και σε σένα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. καλημερα! ξεκινησα να το διαβαζω και ομολογώ με τραβηξε ωστε να διαβασω ολο το κεφαλαιο!! μπραβο Ερωφιλη!! περιμενω με αγωνια την εξέλιξη!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Χαίρομαι που σου άρεσε Ζωή, ελπίζω να συνεχίσει να σου τραβά το ενδιαφέρον! Ευχαριστώ πολύ για την ανάγνωση και το σχόλιο!

    ΑπάντησηΔιαγραφή