16 Οκτ 2009

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ

Ο Μάρκος είχε κοιμηθεί πολύ λίγο. Το μωρό είχε ξυπνήσει κλαίγοντας και δε σταμάτησε παρόλο που το τάισε. Δεν ήξερε τι να κάνει. Το κρατούσε στην αγκαλιά του και του μιλούσε προσπαθώντας να το νανουρίσει, αλλά δεν γινόταν τίποτα. Του άλλαξε την πάνα του, μήπως είχε λερωθεί και δεν το κατάλαβε, όμως πάλι έκλαιγε. Το μωρό έκλαιγε απαρηγόρητο μέσα στη νύχτα κι αυτός δεν ήξερε πώς να το ηρεμήσει. Η Εύη σίγουρα δε θα είχε πρόβλημα. Μάλλον την Εύη ήθελε το μωρό, γι’ αυτό δε σταματούσε το κλάμα. Τόσους μήνες μέσα της περίμενε να βγεί για να τη δει, να την ακούσει, να τη μυρίσει, να τη νιώσει με κάθε του αίσθηση. Να αποκοιμηθεί στην αγκαλιά της και όταν ανοίξει τα μάτια του να είναι εκεί. Η απουσία της όμως ήταν το μόνο που ένιωσε. Πώς να ηρεμήσει λοιπόν;


Είχε περάσει μιάμιση ώρα απ’ όταν ξύπνησε το μωρό. Ο Μάρκος ήταν απελπισμένος. Σκέφτηκε να τηλεφωνήσει στη Μαρία, τη συνάδελφό του. Ήταν η μόνη στην οποία μπορούσε να στραφεί. Ντράπηκε όμως. Να της τηλεφωνήσει μέσα στη νύχτα και να της πει τι; Γεια, το μωρό μου κλαίει, μήπως μπορείς να το ηρεμήσεις; Άλλαξε γνώμη. Με το μωρό στην αγκαλιά του έκατσε στο γραφείο που χρησιμοποιούσε η Εύη. Άναψε το φωτιστικό. Τα πράγματά της ήταν εκεί, όπως ακριβώς τα είχε αφήσει πριν πάει στο νοσοκομείο. Ένα τετράδιο, στυλό, οι φωτογραφίες τους απ’ το καλοκαίρι… Ένα μπλοκάκι με ψώνια: λαχανικά, αλεύρι, γιαούρτι, καλαμάκια. Τα γράμματά της, τόσο γλυκά και ανάλαφρα, όπως στις ασκήσεις που έγραφε για το σχολείο. Άνοιξε το συρτάρι και μια μυρωδιά απελευθερώθηκε. Το άρωμά της. Το άρωμά της… Γιατί να φύγει; Γιατί; Τη χρειαζόταν. Την αγαπούσε. Την ήθελε δίπλα του. Την ήθελε δίπλα στο παιδί του. Ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι δεν ακουγόταν τίποτα, απόλυτη ησυχία. Το μωρό είχε αποκοιμηθεί. Το κοίταξε με μάτια βουρκωμένα. Δε θα έβλεπε ποτέ τη γυναίκα που το γέννησε Μόνο σε φωτογραφίες. Ήταν άδικο. Γιατί να μεγαλώσει χωρίς τη μητέρα του; Το έβαλε στην κούνια του και ξανακάθισε στο γραφείο.
Η μυρωδιά της Εύης τον βύθισε σε αναμνήσεις. Βόλτες στην πλατεία, πήγαινε-έλα στο σχολείο, βραδινές έξοδοι. Όλα μαζί της. Η μυρωδιά της παντού. Ψηλάφισε τα πράγματά της. Όλα τόσο οικεία, ζωντάνευαν ένα σωρό μνήμες. Μόνο την Εύη δε μπορούσαν να ζωντανέψουν… Άνοιξε το συρτάρι, έψαχνε να βρεί κάτι που θα τον έκανε να ηρεμήσει, να νιώσει πως έτσι έπρεπε να γίνουν όλα, πως η Εύη ήταν καλά εκεί που ήταν, πως κι αυτός θα τα ‘βγαζε πέρα με την κόρη τους. Τίποτα τέτοιο. Τετράδια, σκόρπια μολύβια, καλλυντικά. Έπιασε ένα τετράδιο και το ξεφύλλιζε. Αρχαία. Ερωτήσεις για τον Πλάτωνα, γραμματική, οι σημειώσεις της καθηγήτριας “Πολύ καλά, συνέχισε έτσι.” . Όμως σε μια σελίδα δεν έγραφε μόνο αρχαία, η Εύη είχε γράψει και κάτι άλλο.
«Νόμιζα ότι με τη μαμά μου επικοινωνούσαμε αλλά μάλλον έκανα λάθος. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί αντέδρασε έτσι. Δεκεφτά χρονων είμαι, δεν είμαι δώδεκα. Κι ο Μάρκος είναι είκοσι δύο, δηλαδή πέντε χρόνια διαφορά. Δηλαδή πόσο έχει αυτή με το μπαμπά; Αλλά δεν είναι αυτό το πρόβλημά της. Βασικά δεν ξέρω ποιο στο καλό είναι το πρόβλημά της. Και βάζω στοίχημα ότι ούτε κι αυτή ξέρει. Ας μη συγχύζομαι όμως. Το απόγευμα θα δω το Μάρκο, έχουμε δώσει ραντεβού στην καφετέρια…»
Ο Μάρκος το διάβασε και σκεφτόταν. Αυτό πρέπει να είχε γραφτεί ένα χρόνο πριν, τότε που πρωτογνωρίστηκαν. Ένα κομμάτι της σκέψης της αποτυπωμένο σε τούτο το χαρτί. Η αλλαγή των συναισθημάτων της- “το απόγευμα θα δω το Μάρκο”, η προσμονή της. Γύρισε τη σελίδα, έψαξε μήπως έβρισκε κάτι άλλο.
«Σήμερα η Κατερίνα με είδε που ερχόμουν με το Μάρκο και με ρώτησε αν είναι σοβαρά τα πράγματα. Είμαστε μαζί ένα μήνα. Τον αγαπάω, μ’ αγαπάει, τι πιο σοβαρό υπάρχει απ’ την αγάπη; Αχ, περνάω τόσο όμορφα όταν είμαστε μαζί… Δεν ήξερα ότι μπορούσες να νιώθεις έτσι, τόσο κοντά με κάποιον, σαν να σκέφτεστε τα ίδια πράγματα. Θέλω να τον δω! Ουφ, πότε θα τελειώσουμε επιτέλους κι αυτή την ώρα;…»
Ο Μάρκος δάκρυσε. Γιατί να χαθεί τόση αγάπη; Τα δάκρυά του μούσκευαν το τετράδιο, παραμόρφωναν τα όμορφα γράμματα της Εύης. Έσκυψε και φίλησε το χαρτί σαν να ήταν η ίδια η Εύη εκεί μπροστά του, με τόση τρυφερότητα. Έκλεισε το τετράδιο και το έβαλε πάλι στο συρτάρι, στο μέρος που το βρήκε. Έκλεισε το φωτιστικό και πήγε για ύπνο. Επιτέλους έκλεισε τα μάτια του. Όμως ο ύπνος του ήταν ταραγμένος. Ήτανε λέει μαζί με την Εύη και κάτι συναδέλφους του σε μια καφετέρια. Συζητούσαν, έκαναν πλάκα, γελούσαν. Ο Μάρκος κοιτούσε την Εύη και δεν το πίστευε. Η Εύη του ήταν εκεί, ζωντανή. Μιλούσε, γελούσε, ήταν ζωντανή! Άρχισε να την αγκαλιάζει και να τη φιλάει. “Αγάπη μου, Εύη μου, Ευάκι μου, σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, να ‘ξερες πόσο πολύ σ’ αγαπώ…” Και τη φιλούσε και την αγκάλιαζε. Και ήταν τόσο ευτυχισμένος που ήταν μαζί της που άρχισε να κλαίει. Οι φίλοι του τον κοιτούσαν σαστισμένοι. “Εύη μου, καλή μου…” Η Εύη τον κοιτούσε χαμογελαστά και τον ρωτούσε τι έπαθε έτσι ξαφνικά. Του χάιδεψε τα μαλλιά. “Κι εγώ σ’ αγαπάω, Μάρκο μου, το ξέρεις…”.Αχ, η φωνή της! Άκουγε πάλι τη φωνή της. “Μίλα μου, αγάπη μου, πες μου το πάλι…” “Σ’ αγαπώ, Μάρκο! Σ’ αγαπώ τόσο πολύ που δε μπορώ να σκεφτώ τίποτα άλλο εκτός από σένα.” Έπεσε στην αγκαλιά της και έκλαιγε. “Εύη μου, μωρό μου, να ‘ξερες πόσο μου λείπεις. Αγάπη μου…”.
Ξύπνησε λέγοντας τ’ όνομά της και κοίταξε αλαφιασμένος γύρω του ψάχνοντας να την βρεί. Έπεσε στο μαξιλάρι απογοητευμένος. Και τι δε θα ‘δινε να ήταν όλα αυτά ένα κακό όνειρο, και όταν άνοιγε τα μάτια του να βρισκόταν πάλι στο νοσοκομείο, περιμένοντας τη γέννηση του παιδιού του, κρατώντας το χέρι της αγαπημένης του και ψιθυρίζοντάς της λόγια αγάπης και παρηγοριάς…

2 σχόλια:

  1. Σήμερα το διάβασα αυτό.Όσο γράφεις γίνεσαι καλύτερη.Νομίζω ότι έχει φρεσκάδα αλλά και ωριμότητα το κείμενό σου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Πράγματι,θα συμφωνήσω! Και έχει την ίδια φρεσκάδα με τα προηγούμενα κεφάλαια και αυτό είναι πολύ καλό!

    ΑπάντησηΔιαγραφή