6 Νοε 2009

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ

Κυριακή πρωί. Μέσα στην εκκλησία του Αγίου Δημητρίου η μητέρα της Εύης προσευχόταν γονατιστή. Τον τελευταίο καιρό έβρισκε καταφύγιο εκεί και αναζητούσε τη χαμένη της γαλήνη. Την περισσότερη ώρα έκλαιγε και ζητούσε συγχώρεση από το Θεό γι’ αυτό που έκανε στην κόρη της. Που την απώθησε από κοντά της με λόγο ένα αγόρι και μια εγκυμοσύνη. Που την έδιωξε από το σπίτι τους λες και δεν ήτανε παιδί της. Και τώρα, τώρα δεν είχε πια καιρό για να τα ξαναβρούνε. Το κοριτσάκι της είχε φύγει απ’ τη ζωή αφήνοντας πίσω της ένα άλλο κοριτσάκι, το εγγόνι της. Γιατί, θεέ μου, να μην πάει να τη δει όταν μπήκε στο νοσοκομείο; Κόρη της ήτανε, ό,τι κι αν είχε κάνει. Κι αν δε συμφωνούσε με τις επιλογές της, αυτό ήταν άλλο θέμα. Ο άντρας της, ακλόνητος στην απόφασή του, δεν την άφησε ούτε στην κηδεία της να πάει. Μα πώς μπορούσε να είναι τόσο σκληρός; Πώς μπορούσε να μη συγχωρέσει το ίδιο του το παιδί για τα σφάλματά του, αν ήταν τελικά σφάλμα η σχέση της με το Μάρκο; Μήπως όλοι δεν κάνουμε σφάλματα; Πώς μπορούσε να μην αλλάξει στάση μετά από τον τόσο αναπάντεχο και τραγικό θάνατό της; Έτσι ήταν όμως ο άντρας της. Το ήξερε και το θεωρούσε ως τώρα πλεονέκτημα του χαρακτήρα του. Μα κατάλαβε πια πως δεν είναι όλα μαύρο ή άσπρο. Κατάλαβε ότι υπάρχει και το γκρι. Μα ήταν αργά για να επανορθώσει.

Σηκώθηκε και κάθισε στην καρέκλα πίσω της. Έβγαλε ένα μαντήλι από την τσάντα της να σκουπίσει τα μάτια της. Με το κλάμα ανακουφιζόταν από όλα αυτά που δεν μπορούσε να πει στον άντρα της. Από κοινού είχαν πάρει τις αποφάσεις τους σχετικά με το Μάρκο και την εγκυμοσύνη όμως δεν ήταν σωστές. Δε μπορεί να ήταν σωστές και να είχαν τέτοια αποτελέσματα. Είχε περάσει ένας μήνας από το θάνατο της κόρης της. Μαρτυρούσε και ήταν μόνη σ’ αυτό το μαρτύριο. Ο άντρας της δε συμμεριζόταν τη δυστυχία της. Μόνη της έπρεπε να βρει τη λύτρωση. Όταν θα τελείωνε η λειτουργία θα πήγαινε στο νεκροταφείο. Είχε ανάγκη να δει το κοριτσάκι της, να της μιλήσει, να ζητήσει να τη συγχωρέσει γιατί η ίδια δε μπορούσε να συγχωρέσει τον εαυτό της. Ένιωθε τόσες ενοχές που ούτε στον παπά δε μπορούσε να πάει, να εξομολογηθεί και ν’ αλαφρύνει η καρδιά της. Ντρεπότανε. Σε ποιον να το έλεγε, ότι έδιωξε την κόρη της επειδή ήταν έγκυος και να μη νιώσει χίλιες φορές ένοχη, χίλιες φορές λάθος;
Θυμόταν ένα μεσημέρι που ήρθε και της είπε ότι γνώρισε ένα παιδί και πήγαν για καφέ… Κι αυτή, αντί να χαρεί με τη χαρά της κόρης της, άρχισε να της κάνει κήρυγμα για τις σχέσεις, για τα αγόρια που δεν είναι αυτό που φαίνονται και μόνο ένα πράγμα έχουν στο μυαλό τους. Αντί να την αγκαλιάσει και να σταθεί δίπλα της το ξεκίνημα της πρώτης της σχέσης, αυτή τη μάλωσε και την έκανε να μετανιώσει που της μίλησε. Αχ, ήθελε να γυρίσει το χρόνο πίσω. Θεέ μου, παρακαλούσε, εσύ που είσαι παντοδύναμος κι όλα τα στοιχεία της φύσης εσένα υπακούνε, κάνε ένα θαύμα για μένα την αμαρτωλή, κάνε να πάει ο χρόνος πίσω και να έχω πάλι το παιδί μου. Δώσε μου μια ευκαιρία, Θεέ μου, να πάρω πίσω τα λάθη μου και να μην ξαναπληγώσω το παιδί μου. Έκλαιγε και παρακαλούσε από μια γωνιά της εκκλησίας. Τρέχανε τα δάκρυα για το χαμένο της παιδί, που η ίδια το είχε χάσει πολύ πριν χαθεί για πάντα. Παρακαλούσε και περίμενε. Τίποτα όμως δεν της έλεγε πως όλα θα πήγαιναν καλά.
Συντετριμμένη φίλησε το χέρι του ιερέα και βγήκε στο δρόμο. Ο κρύος άνεμος του Δεκέμβρη της χτύπησε το πρόσωπο και πάγωσε τα δάκρυα στα μάτια της. Τυλίχτηκε στο παλτό της και με πρόσωπο σκυφτό πήρε το δρόμο για το νεκροταφείο.

Ξημέρωναν Χριστούγεννα και ο Μάρκος σκόπευε να κοιμηθεί λίγο παραπάνω, όσο δηλαδή του το επέτρεπε και η μικρή του κόρη. Πριν λίγες μέρες είχε σαραντίσει. Αυτός είχε γυρίσει στη δουλειά μετά την εικοσαήμερη άδεια του και ευτυχώς η Μαρία τον είχε βοηθήσει να βρει κάποια να του κρατάει το μωρό τις ώρες που εκείνος θα ήταν στη δουλειά. Ήταν φίλη της οπότε κι ο Μάρκος, αφού τη γνώρισε, την εμπιστεύτηκε πιο εύκολα. Ήταν σίγουρος ότι όσο το μωρό του δεν ήταν μαζί του ήταν σε καλά χέρια. Σήμερα είχε κανονίσει να πάει μαζί με τη μικρή στης Μαρίας για τα Χριστούγεννα, να μην είναι μόνοι τους τέτοια μέρα. Γύρω στις δέκα και μισή τον ξύπνησε το τηλέφωνο. Ο Μάρκος έτρεξε να το προλάβει.

-Παρακαλώ; Στο άκουσμα της φωνής ο Μάρκος πάγωσε. Άκουγε καλά; Αν δεν ήταν κάποια με παρόμοια φωνή, αυτή πρέπει να ήταν η μητέρα της Εύης…

-Ναι, με ακούτε; Ψάχνω το Μάρκο. Μήπως
-Εγώ είμαι, ποιος είναι παρακαλώ;
-Καλημέρα. Ελπίζω να μη σε αναστατώνω. Είμαι η… η μητέρα της Εύης.
Ο Μάρκος δεν ήξερε τι να πει. Οι λέξεις δεν έβγαιναν απ’ τα χείλη του.
-Τι θα θέλατε; κατόρθωσε να ψελλίσει.
-Λυπάμαι πάρα πολύ… Δεν, ε, δεν ξέρω τι άλλο να πω… Με συγχωρείς που σε ενόχλησα, ίσως δεν έπρεπε να τηλεφωνήσω.
-Είμαι σίγουρος ότι δεν τηλεφωνήσατε χωρίς κάποιο λόγο.
-Ναι, έχεις δίκιο. Ήθελα να ευχηθώ σε σένα και… στην κόρη σου «Καλά Χριστούγεννα»… Και, αν μου επέτρεπες, θα ήθελα… αν μπορώ, να έρθω να τη δω.
Ο Μάρκος διέκρινε την αναστάτωση στη φωνή της. Δεν θυμόταν καν το όνομά της, όμως εκείνη τη στιγμή ένιωσε έναν αδιόρατο δεσμό να ενώνει τις ζωές τους. Τους είχαν σημαδέψει τα ίδια τραγικά γεγονότα. Ο ίδιος άνθρωπος ήταν το πιο αγαπητό τους πρόσωπο. Δε μπορούσε να της αρνηθεί την επαφή με την κόρη του, ήταν ταυτόχρονα εγγονή της.

-Εντάξει. Θα πρέπει να σημειώσετε που βρίσκεται το σπίτι.

Της έδωσε τη διεύθυνση και τις εξήγησε πώς να έρθει ώστε να μη δυσκολευτεί. Έπειτα την άκουσε να διστάζει. Σαν να ήθελε να του ζητήσει και κάτι άλλο.
-Πείτε μου, θέλετε να μου πείτε κάτι, έτσι δεν είναι;
-Ναι, σας παρακαλώ, ο σύζυγός μου δεν ξέρει γι’ αυτό το τηλεφώνημα ούτε έχω σκοπό να του πω για την επίσκεψή μου.
-Μείνετε ήσυχη. Δε μου είπατε, πότε σκοπεύετε να 'ρθείτε;
-Έχετε το απόγευμά σας ελεύθερο;
Η συνάντηση κανονίστηκε. Τι θα γινόταν όμως; Τον κατηγορούσε ακόμα η μητέρα της Εύης για όσα έγιναν; Η θλίψη στη φωνή της έδειχνε ότι ήθελε απλώς να έρθει σε επαφή με ό,τι είχε αφήσει πίσω η κόρη της, τη δικιά του κόρη. Ποτέ όμως δεν ήταν καλός στο να καταλαβαίνει αν κάποιος ήταν ειλικρινής ή όχι. Άκουσε τις διαμαρτυρίες του μωρού που ξύπνησε κι έτρεξε να το πάρει στην αγκαλιά του, αφήνοντας τις εικασίες και τους ενδοιασμούς έξω απ’ το μυαλό του.
Ο μικρός του άγγελος είχε μεγαλώσει αρκετά, όσο μεγαλώνει ένα βρέφος σαράντα και κάτι ημερών. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου της τα είχε πάρει όλα από την Εύη. Πολλές φορές ξεχνούσε το βλέμμα του στο πρόσωπό της και το μυαλό του έφευγε, σε έναν μακρινό κόσμο όπου όλα ήταν καλύτερα. Η Εύη δεν είχε πεθάνει, εκείνος δεν ήταν μόνος του με το μωρό, οι σχέσεις τους με τους γονείς τους είχαν αποκατασταθεί. Έπειτα όμως το μωρό κουνούσε τα χεράκια του ή τα ποδαράκια του κι ο Μάρκος επέστρεφε από την φαντασία στην πραγματικότητα. Τις ελάχιστες στιγμές που η Εύη έβγαινε απ’ τη σκέψη του η όψη της κόρης του την έφερνε πάλι στο μυαλό του. Τα μάτια της, τα χειλάκια της, η μικρή της μύτη, ήταν όλα μικρογραφίες των χαρακτηριστικών της Εύης. Κι όσο την κοιτούσε τόσο πιο πολύ του έλειπε η αγαπημένη του. Κι όσο όμως την κοιτούσε τόσο παρηγοριόταν που δεν είχε μείνει ολομόναχος.
Της έδωσε το γάλα της κι έπειτα την ετοίμασε για ένα μπανάκι. Ευτυχώς δεν είχε πρόβλημα με το νερό. Κι αυτό απ’ τη μητέρα της το είχε πάρει. Η Εύη τρελαινόταν να γεμίζει την μπανιέρα και να κάθεται εκεί να “χαλαρώνει”. Το είχε δει σε κάτι ξένες σειρές στην τηλεόραση και ήταν ενθουσιασμένη. Δεν το έκανε συχνά αλλά όσες φορές το είχε κάνει προσπαθούσε να το απολαύσει όσο πιο πολύ μπορούσε. Έριχνε αφρόλουτρο και γέμιζε η μπανιέρα σαπουνάδες. Μετά βυθιζόταν μέσα στο νερό, έκλεινε τα μάτια και το ευχαριστιόταν. Ο Μάρκος έβλεπε τον ενθουσιασμό της και χαιρόταν. Την κοιτούσε εκεί, βυθισμένη στις σαπουνάδες και τις σκέψεις της και συνειδητοποιούσε πόσο πολύ αγαπούσε αυτή την κοπέλα. Την ευαίσθητη, την ευδιάθετη, την “χαλαρή”… Του έλειπε τόσο πολύ! Του έλειπε το γέλιο της, οι συνήθειές της, τα φιλιά της, η παρουσία της, η αγάπη της. Του έλειπαν όλα. Όλα όσα είχαν ζήσει μαζί αλλά και όλα αυτά που δεν πρόλαβαν να ζήσουν. Μέσα στις σαπουνάδες που κύκλωναν το σωματάκι της κόρης του φαντάστηκε την Εύη, χαμογελαστή και με κλειστά μάτια να απολαμβάνει μετά χαμηλής μουσικής το χαλαρωτικό της αφρόλουτρο …
Βγήκαν απ’ το μπάνιο και άρχισαν να ετοιμάζονται. Πριν της φορέσει ρουχαλάκια την άλειψε με μια παιδική κρέμα που είχε αγοράσει η Εύη. Είχε ενθουσιαστεί τόσο με τη μυρωδιά της που την πήρε όταν ήτανε ακόμα στον έκτο μήνα. Την είχε ανοίξει κιόλας και που και που έβαζε λίγο στα χέρια της, για τη μυρωδιά. Ο Μάρκος έτριψε με την κρέμα την κοιλίτσα του μωρού, τα χεράκια του, τα μικρά του πόδια, την πλατούλα του κι έπειτα το έντυσε. Του φόρεσε πρώτα την πάνα του, ένα ροζ φανελάκι κι από πάνω ένα άσπρο χοντρό φορμάκι που είχε πάνω ένα καφέ λαγουδάκι. Ήταν από τα ρούχα που είχαν ψωνίσει μαζί με την Εύη, λίγο πριν μπει στο μήνα της.
Έβαλε τη μικρή στην κούνια της κι άνοιξε το κασετόφωνο. Κλασσική μουσική. Το είχε διαβάσει η Εύη κάπου ότι είναι καλό να βάζεις στα μωρά τέτοια μουσική κι είχε ψάξει να βρει κάτι που θα της άρεσε κι εκείνης. Την είχε ακούσει πολλές φορές μόνη της ή σε ένα από τα χαλαρωτικά της μπάνια, όμως δεν πρόλαβε να την ακούσει μαζί με την κόρη της. Ο Μάρκος βούρκωσε. Έφυγε από το δωμάτιο να μην ακούει τη μουσική. Έβαλε στην πρίζα το σίδερο και έφερε από τη ντουλάπα τα ρούχα που θα φορούσε. Τα σιδέρωσε καλά κι έπειτα τα φόρεσε. Έτοιμοι και οι δύο λοιπόν. Κοίταξε το ρολόι στον τοίχο της κουζίνας, η ώρα κόντευε μία. Ετοίμασε γάλα για τη μπέμπα κι αφού την τάισε, ετοίμασε την τσάντα της, πάνες, μωρομάντηλα, θερμό με ζεστό νερό, το γάλα, ένα φανελάκι κι ένα φορμάκι για ώρα ανάγκης. Τηλεφώνησε στη Μαρία να της πει ότι ξεκινάνε κι έφυγαν.

Στο πατρικό σπίτι της Εύης τα Χριστούγεννα ήταν διαφορετικά μετά από πολλά χρόνια. Μια ψυχρή ατμόσφαιρα σκέπαζε τα συνοφρυωμένα πρόσωπα των γονιών της. Το φαΐ σερβιρίστηκε και ανταλλάχθηκαν οι ευχές, όμως δεν κοίταξαν ο ένας στα μάτια του άλλου. Απέφευγαν να κοιτάξουν κατάματα τη θλίψη του άλλου από φόβο μήπως προστεθεί κι αυτή στην ήδη βαριά ψυχή τους. Ο ζεστός αέρας του διαμερίσματος ερχόταν σε αντίθεση με τον κρύο θάνατο που είχε κυριαρχήσει το μυαλό τους. Έμοιαζε σαν να έπαιζαν κάποιο παιχνίδι αλλά να είχαν μπερδέψει τους κανόνες. Και τώρα κοιτάζονταν με αμηχανία περιμένοντας κάποιον να τους δείξει πώς είναι το σωστό.
Η γυναίκα μάζεψε το τραπέζι. Μόλις τελείωσε πήρε το παλτό της και την τσάντα της, μουρμούρισε κάτι στο σύζυγό της και βγήκε. Εκείνος καθόταν ακόμα στο τραπέζι, κοιτούσε το γιορτινό τραπεζομάντηλο με άδειο βλέμμα. Δεν άκουσε καν τη γυναίκα του που έφυγε. Κάποια στιγμή σηκώθηκε και με αργά βήματα πλησίασε το δωμάτιο της Εύης. Στάθηκε δίπλα στην κλειστή πόρτα. Δεν είχε μπει στο δωμάτιό της από τότε που έφυγε απ’ το σπίτι, δεν της είχε μιλήσει από τότε που έφυγε απ’ το σπίτι. Η καρδιά του είχε γίνει πέτρα από τότε που έμαθε για τη σχέση της κόρης του. Όμως σήμερα, μαζί με το χιόνι που άρχισε σιγά σιγά να λιώνει και να χάνεται, έλιωσε και η δικιά του καρδιά και μόλις άνοιξε εκείνη την πόρτα τα δάκρυα δεν μπορούσαν να περιμένουν άλλο.

10 σχόλια:

  1. Δεν το πιστεύω! Βρήκα κάποια με το ίδιο όνομα?? Ερωφίλη?? Είσα ΚΑΙ από την Κρήτη???

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Μπράβο σου βρε Ερωφίλη! Πολύ καλά πάει! Άντε, αφού διάβασα όλα τα κεφάλαια επιτέλους, καιρός να ετοιμάζεις τα επόμενα!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Γεια σου! Που χαίρομαι που έχεις το μεράκι της συγγραφής από τόσο μικρή ηλικία! Μη ξεχνάς ότι οι καλοί συγγραφείς είναι και καλοί αναγνώστες, οπότε θα σου δώσω τη συμβουλή να διαβάζεις, να διαβάζεις όσο πιο πολύ μπορείς. Οι άλλοι συγγραφείς έχουν να σε διδάξουν πολλά. Επίσης να γράφεις, να γράφεις και ο καιρός που περνά θα κάνεις συνεχώς καλύτερη τη γραφή σου. Ένα μικρό σχόλιο που έχω να σου δώσω σύμφωνα με το τέταρτο κεφάλαιο που διάβασα είναι να προσέχεις τυχόν επαναλήψεις. Φρόντισε η κάθε πρότασή σου να δίνει νέες εικόνες και νέα στοιχεία για να κρατήσουν την προσοχή του αναγνώστη! Καλή συνέχεια!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Iatridis χαίρομαι που διάβασες όλα τα κεφάλαια... αλλά τώρα θα περιμένεις! Η συνεχής και ατελείωτη όρεξη (γενικά αλλά και το γράψιμο) δεν συγκαταλέγεται στα χαρακτηριστικά μου...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. librarian Σ' ευχαριστώ και για την ανάγνωση αλλά και για την κριτική σου. Θα προσπαθήσω να ακολουθήσω τις συμβουλές σου, γιατί η βελτίωση είναι πάντα ζητούμενο. Καλή σου μέρα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. θα περιμένω βρέ!!! Ξέρω ότι η έμπνευση έρχεται όποτε θέλει και συνήθως αργεί! Χεχεχε! Δεν το είπα για να βιαστείς, άλλωστε το καλό πράγμα αργεί να γίνει! ;-)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Ερωφίλη γεια σου και από εμένα!
    Χαίρομαι που μου δίνεται η ευκαιρία να διαβάζω την ιστορία σου και εύχομαι να συνεχίσεις να γράφεις πολλές-πολλές ιστορίες ακόμη!
    Έγώ θα σε διαβάζω και από την μικρή εμπειρία που έχω ως συγγραφέας θα σου λέω καλοπροαίρετα τη γνώμη μου.
    Φιλιά!

    PS: Το όνομά σου είναι πολύ ωραίο!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Athina σ'ευχαριστώ πολύ που μπήκες να με διαβάσεις...Ευχαριστώ και για το κοπλιμέντο :-)...Αυτή την περίοδο έχω σταματήσει το γράψιμο, ελπίζω όμως κάποια στιγμή να συνεχίσω αυτή την ιστορία. Καλημέρα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. Μην το αφήνεις. Είναι καλό. Συνέχισε.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  10. VARALIS σ'ευχαριστώ πάρα πολύ για τα καλά λόγια! Θα προσπαθήσω να συνεχίσω...

    ΑπάντησηΔιαγραφή