11 Δεκ 2009

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ

Σάββατο, 16 Μαΐου 1992
Το μόνο πράγμα που είχε αλλάξει στο σπίτι του Μάρκου τους τελευταίους έξι μήνες ήταν ότι προστέθηκαν τα πράγματα της μπέμπας. Η κούνια της στο υπνοδωμάτιο, το πάρκο στο σαλόνι, τα παιχνίδια της παντού. Τίποτα δεν είχε φύγει όμως. Στην κρεμάστρα του διαδρόμου κρεμόταν ακόμη το πράσινο μπουφάν της Εύης μαζί με τα στρατιωτικά σακάκια του Μάρκου. Η ντουλάπα της ήταν γεμάτη, τα παπούτσια της στο διάδρομο και η κούπα της με τις καρδούλες στέγνωνε στον πάγκο της κουζίνας. Ο Μάρκος είχε αποφασίσει ότι θα προσπαθήσει να ζήσει χωρίς αυτήν για χάρη του μωρού τους, δε σκέφτηκε όμως ούτε στιγμή να πετάξει ή να χαρίσει τα πράγματα της Εύης. Θα ζούσε με την απουσία της, όχι όμως σαν να μην υπήρξε ποτέ παρούσα. Το να βλέπει τα πράγματά της άθικτα, στις θέσεις τους του έδινε την εντύπωση ότι δεν είχε φύγει για πάντα, ήταν σαν να είχε πάει ένα σύντομο ταξίδι και σε λίγο καιρό θα γύριζε. Από την άλλη όμως πολλές φορές τα ίδια πράγματα ήταν αφορμή για να θυμηθεί τις μέρες που έμεναν μαζί, τόσο ερωτευμένοι, τόσο ευτυχισμένοι.

Ήταν Μάης και στο μυαλό του Μάρκου τριγυρνούσε για μέρες η ανάμνηση του περσινού Μάη, τότε που η Εύη έφυγε από το σπίτι της και ξεκίνησε ένα καινούριο κεφάλαιο στη ζωή και των δύο. Το φετινό Μάη όμως το κεφάλαιο είχε αλλάξει ξανά και η Εύη δεν πρωταγωνιστούσε σ’ αυτό. Πρωταγωνιστής ήταν ο Μάρκος και δεύτερος πρωταγωνιστής η κόρη του. Η κόρη του που έκλεινε τους εφτά μήνες ζωής κι ο Μάρκος δεν είχε βρει ακόμα όνομα να της δώσει. Είχαν συμφωνήσει με την Εύη ότι θα αποφασίσουν μόλις γεννιόταν το μωρό αφού δε θα έβλεπαν το φύλο του νωρίτερα. Όμως η ζωή τα έφερε αλλιώς κι ο Μάρκος δεν είχε προλάβει να ασχοληθεί με αυτό το θέμα. Δεν ήξερε τι να κάνει. Ήξερε ότι συνηθίζεται να δίνουν το όνομα του γονιού όταν αυτός πεθαίνει, όμως ο Μάρκος δεν ήθελε. Δεν ταίριαζε. Κι έτσι η μπέμπα ήταν ακόμα “μπέμπα”.
Πήγε μέχρι την κουζίνα και πήρε μια μικρή πετσέτα. Το γραφείο της Εύης είχε πιάσει αρκετή σκόνη, ένα ξεσκόνισμα ήταν απαραίτητο. Με την κλασική μουσική να ακούγεται απαλά από το κασετόφωνο ο Μάρκος άρχισε να ξεσκονίζει ένα ένα τα αντικείμενα που βρίσκονταν πάνω στο γραφείο. Η σκόνη έφερε δάκρυα στα μάτια του γι’ αυτό όταν τελείωσε σηκώθηκε κι άνοιξε το παράθυρο. Κοίταξε έξω το δρόμο. Η κίνηση ήταν περιορισμένη τέτοια ώρα. Κόντευαν μεσάνυχτα. Μες το σκοτάδι είδε μια φιγούρα να περπατάει μόνη της. Του έκανε εντύπωση που μια κοπέλα περπατούσε τέτοια ώρα μες την ερημιά. Την ακολούθησε με το βλέμμα του. Σε μία στροφή του δρόμου η κοπέλα σταμάτησε και στράφηκε προς το παράθυρό του. Τον κοιτούσε! Ο Μάρκος τραβήχτηκε και ακούμπησε την πλάτη του στον τοίχο. Πήρε γρήγορες βαθιές ανάσες και προσπάθησε να συνέλθει. Δεν μπορεί να ήταν η Εύη στο δρόμο… Έκλεισε τα μάτια του, πήρε μια βαθιά ανάσα και στάθηκε ξανά μπροστά στο παράθυρο. Ερημιά. Κανένας στο δρόμο. Και η στροφή που είχε σταθεί πριν λίγο η Εύη άδεια. Έβαλε τα χέρια του στο περβάζι και τέντωσε το κορμί του. Προσπάθησε να δει καλύτερα. Τίποτα. Ένα μηχανάκι πέρασε μαρσάροντας και τον έβγαλε από τις σκέψεις του. Τραβήχτηκε πάλι και έκλεισε το παράθυρο. Κάθισε στο γραφείο. Σταύρωσε τα χέρια του πάνω στα τετράδια και τα στυλό και έγειρε το κεφάλι του. “Εύη…”, ψέλλισε, “Εύη…”. Η απόγνωση έκανε τη φωνή του να ακουστεί διαφορετική. Σαν φωνή μικρού παιδιού. Αποφάσισε να της γράψει ένα γράμμα. Να γράψει κάπου όλα αυτά που αισθανόταν, ίσως να έφευγε ένα βάρος από την καρδιά του. Άνοιξε το συρτάρι και τράβηξε ένα τετράδιο. Η ετικέτα του ήταν άδεια. Πήρε ένα στυλό από το γραφείο και το άνοιξε έτοιμος να ελευθερώσει το κύμα που τον έπνιγε. Αναγνώρισε τα γράμματα της Εύης στην πρώτη σελίδα. “Καλό μου τετράδιο…”. Ξαφνιασμένος και γεμάτος περιέργεια άφησε το στυλό και άρχισε να διαβάζει.
Καλό μου τετράδιο,
έμεινες άδειο κι αχρησιμοποίητο. Όμως οι λευκές σου σελίδες μου φωνάζουν, θέλουν να γεμίσουν γράμματα, ιδέες, εικόνες. Θα γράψω λοιπόν. Και είσαι τυχερό. Γιατί αυτά που εσύ θα έχεις μέσα σου δε θα ‘ναι βαρετά και χιλιοειπωμένα, όπως αυτά που έγραφα στα άλλα τετράδια στο σχολείο. Εσένα οι σελίδες σου θα είναι γεμάτες έρωτα, γεμάτες χαρά, γεμάτες αγάπη.
Κάθομαι στο γραφείο μου, στο γραφείο που ο Μάρκος αγόρασε για μένα. Είναι πρωί, η ώρα κοντεύει δέκα και η ζέστη αρχίζει να γίνεται ενοχλητική. Έχω ανοιχτά όλα τα παράθυρα, ελπίζοντας ότι μια ιδέα ρεύματος θα δημιουργηθεί και θα με δροσίσει. Όμως τίποτα. Κι όλο το βουητό του δρόμου ανεβαίνει και γεμίζει το σπίτι. Τα αυτοκίνητα περνάνε πάντα βιαστικά, παίζουν την κόρνα επίμονα και καμιά φορά ακούω τους οδηγούς που φωνάζουν νευριασμένοι. Γυναίκες πάνε κι έρχονται, κρατάνε σακούλες με ψώνια, το σκύλο τους, το παιδί τους. Μια γριούλα έχει βγάλει την καρέκλα της στο πεζοδρόμιο και λιάζεται… Καμιά φορά στέκομαι μπροστά στο παράθυρο και χαζεύω τους περαστικούς. Τώρα τελευταία σέρνω μια καρέκλα και κάθομαι εκεί, βάζω το κασετόφωνο να παίζει και η κλασική μουσική ανακατεύεται με τους ήχους του δρόμου.
Σήμερα όμως έχει πολύ ζέστη για να κάτσω στον ήλιο. Προτιμώ το γραφείο, που είναι παραμέσα και οι ήχοι από το δρόμο ακούγονται πιο μακρινοί. Ο Μάρκος θα γυρίσει στις δυόμιση. Λέω να φτιάξω μια μακαρονάδα σήμερα. Οπότε έχω καιρό στη διάθεσή μου να γεμίσω αρκετές σελίδες. Τι να γράψω όμως; Πάει πολύς καιρός από τότε που έγραφα στο ημερολόγιό μου τα παιδιάστικα μυστικά μου. Σε λίγα χρόνια κάποιος άλλος θα γράφει ίσως τα μυστικά του σε ημερολόγιο. Το νιώθω να μεγαλώνει κάθε μέρα. Βάζω τα χέρια μου γύρω απ’ την κοιλιά μου και το αγκαλιάζω. Θέλω να ξέρει ότι το αγαπάω. Δεν είχα πολλές αδιαθεσίες τους πρώτους μήνες. Ευτυχώς δηλαδή γιατί είχα και το σχολείο. Τώρα είναι Ιούλιος και έχω μπει στον πέμπτο μήνα. Πριν να αλλάξει αυτός ο χρόνος θα κρατάω ένα παιδί στην αγκαλιά μου. Είμαι ενθουσιασμένη. Δεν είχα σχεδιάσει κάτι τέτοιο, δεν είχα δώσει πολύ σκέψη στο μέλλον μου γενικά. Έγιναν όλα μόνα τους. Γνώρισα το Μάρκο, ερωτευτήκαμε… Θυμάμαι εκείνες τις πρώτες μέρες που πηγαίναμε περιπάτους και μιλούσαμε, μόνο μιλούσαμε. Θέλαμε να μάθουμε τα πάντα για τη ζωή του άλλου. Και τώρα να ‘μαστε, μένουμε μαζί και περιμένουμε να έρθει στον κόσμο ένα παιδί!
Οι μέρες περνάνε ήσυχα αλλά όμορφα. Ο Μάρκος πηγαίνει στη δουλειά, εγώ φροντίζω το σπίτι, το μεσημέρι τρώμε μαζί κι έπειτα πηγαίνουμε είτε μια βόλτα στο πάρκο, να δροσιστούμε κάτω απ’ τη σκιά των πεύκων, είτε καθόμαστε σπίτι. Βλέπουμε τηλεόραση, συζητάμε, παιδιαρίζουμε. Ή κάνουμε δουλειές. Τώρα που δεν πρέπει να κουράζομαι, ο Μάρκος δε θέλει να κάνω τίποτα. Θέλει να κάθομαι στην πολυθρόνα μου κι αν ήταν δυνατό θα καθόταν όλη μέρα από πάνω μου να μου κάνει αέρα! Με γεμίζει η αγάπη του. Κοιτάζω τα μάτια του και νιώθω όμορφα. Τόσο, που έχω πάψει να σκέφτομαι το σπίτι μου και τους γονείς μου. Δε μιλάμε πια, καθόλου. Σαν να μην υπάρχει ο ένας για τον άλλο. Ούτε αυτό το είχα σχεδιάσει, αλλά έγινε. Δε μπόρεσα να το αποφύγω.
Όμως σου υποσχέθηκα ότι θα σε γεμίσω με ωραία πράγματα… Τον Αύγουστο λοιπόν ο Μάρκος θα πάρει άδεια. Και ψάχνουμε να δούμε πώς θα περάσουμε τις διακοπές μας! Δεν μπορούμε να αποφασίσουμε αν θα πάμε σε νησί ή σε κάποιο άλλο μέρος. Αλλά ακόμα κι αν αποφασίσουμε σε τι από τα δύο θα πάμε, υπάρχουν τόσοι πολλοί ωραίοι προορισμοί που πάλι δεν ξέρω πώς θα αποφασίσουμε. Ευτυχώς έχουμε χρόνο μπροστά μας, ο Ιούλιος δεν έχει φτάσει ακόμα στη μέση του και σκεφτόμαστε να πάρουμε την άδεια τέλη Αυγούστου. Ίσως η ζέστη να έχει ελαττωθεί μέχρι τότε.
Η κασέτα σταμάτησε να παίζει. Πέρασε αρκετή ώρα. Θα πάω καλύτερα να ετοιμάσω τη μακαρονάδα που σου ‘λεγα. Σ’ αφήνω, καλό μου τετράδιο. Μέχρι την επόμενη φορά, φρόντισε να μη χαθείς, όταν σε ψάχνω να είσαι εκεί που σε άφησα…
Ο Μάρκος διάβασε τις σελίδες με λαχτάρα. Θυμήθηκε το καλοκαίρι, την εγκυμοσύνη, τη ζέστη, τις διακοπές τους. Θυμήθηκε τη μέρα που ο γιατρός τους ρώτησε αν ήθελαν να μάθουν το φύλο. Κοιτάχτηκαν και απάντησαν όχι. Έπειτα όταν η Εύη τον ρώτησε αν είχε σκεφτεί ποτέ πώς θα ήθελε να λένε τα παιδιά του, της είπε όχι. Κι αποφάσισαν να μην ψάξουν για όνομα προτού γεννηθεί το μωρό τους. Θα έβρισκαν ένα όνομα που να του ταιριάζει. Ένα όνομα διαλεγμένο μόνο για εκείνο. Ο Μάρκος διάβασε πάλι αυτές τις σελίδες, θέλοντας να ξανανιώσει την Εύη κοντά του, σε ‘κείνη τη θέση που καθόταν αυτός τώρα. Θέλοντας να ξανανιώσει την απλή χαρά της. Θέλοντας να γυρίσει πίσω, να είναι ξανά κομμάτι της καθημερινότητάς της. Πότε τα έγραφε αυτά; Ιούλιο. Ήθελε ν γυρίσει πίσω στον Ιούλιο, τότε που το μωρό τους ήταν ακόμα στην κοιλιά της Εύης κι η Εύη έγραφε χαμογελαστή για τη ζωή της σ’ αυτό το τετράδιο που είχε ξεμείνει άδειο…
Άκουσε την Εύη να του φωνάζει. “Μάρκο, τι λες; Πάμε για ένα μπάνιο σήμερα;” Πήγε μέχρι το δωμάτιό τους. Η κούνια έλειπε κι η Εύη ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι, με ένα βιβλίο στα γόνατά της. Της χαμογέλασε. “Που θέλεις να πάμε;” “Δεν ξέρω… Ας πάρουμε το αυτοκίνητο και θα αποφασίσουμε στο δρόμο. Είναι Σάββατο σήμερα, δεν δουλεύεις αύριο. Τι λες;” Κάθισε στο πλάι του κρεβατιού, χάιδεψε ελαφρά τη φουσκωμένη κοιλιά της και της είπε “Φύγαμε!”. Την άφησε να συνεχίσει το βιβλίο της και πήγε να ετοιμάσει την τσάντα του μπάνιου. Έψαχνε στη ντουλάπα για πετσέτες και είχε γυρισμένη την πλάτη του στην Εύη. Άκουσε ένα χαμηλόφωνο κλάμα και γύρισε προς τη μεριά του κρεβατιού. “Τι έχεις, αγάπη μου; Τι είναι;” Κάθισε στο κρεβάτι και την πήρε στην αγκαλιά του. Εκείνη κούρνιασε μέσα στα χέρια του και τον άφησε να της χαϊδεύει τα μαλλιά για να την ηρεμήσει. Έσκυψε να της φιλήσει τα δακρυσμένα μάγουλα και την είδε που του χαμογελούσε. Όμως το κλάμα της ακουγόταν ακόμη, σαν να μην ήταν συγχρονισμένη η εικόνα με τον ήχο. Την κοίταξε στα μάτια και της ψιθύρισε “Γιατί κλαίς, καλή μου;”. Εκείνη τον κοίταξε χαμογελαστά όμως το κλάμα της τον έκανε να ανατριχιάσει.
Άνοιξε τα μάτια απορημένος, ψάχνοντας τη φιγούρα της Εύης στο σκοτάδι. Άκουσε το κλάμα της και γύρισε τη ματιά του προς τα ‘κει. Σηκώθηκε, πήγε στο δωμάτιό τους να τη βρει να κάθεται στο κρεβάτι, με το βιβλίο της ανοιχτό στα γόνατά της. Μπαίνοντας είδε την κούνια και το μωρό του να κουνάει τα χεράκια του και τα ποδαράκια του και κατάλαβε ότι το κλάμα ήταν δικό του, όχι της Εύης. Έσκυψε στην κούνια να το ησυχάσει. Το πήρε στην αγκαλιά του και το νανούρισε απαλά. “Όνειρο ήταν” ψέλλισε, “ένα όνειρο”. Σιγά σιγά το κλάμα της μπέμπας καταλάγιασε και η αναπνοή της έγινε πιο ήρεμη. “Δεν είναι Ιούλιος… Κλαίει η μπέμπα μας, όχι εσύ.” Βημάτισε πάνω κάτω στο δωμάτιο με τη μπέμπα στην αγκαλιά του. “Δεν έχω εσένα στην αγκαλιά μου, αλλά το μωρό μας.” Κοίταξε τη μπέμπα. Τα ματάκια της κοιτούσαν μέσα στα δικά του. “Δεν είναι Ιούλιος, μωρό μου, αλλά τουλάχιστον είσαι εσύ εδώ… Δεν είναι Ιούλιος…” Για μια στιγμή αφότου ξύπνησε πάνω στο γραφείο είχε πιστέψει ότι ο χρόνος είχε γυρίσει πίσω, ότι αυτός είχε γυρίσει πίσω, όπως ευχήθηκε. Όμως δεν ήταν έτσι. Έβαλε την μπέμπα στην κούνια της και ενώ έφευγε από το δωμάτιο γύρισε ξαφνικά και έγειρε πάνω απ’ την κούνια. Τα μάτια του χαμογελούσαν. “Ιουλία! Την μπέμπα μας θα τη βγάλω Ιουλία!” Της χάιδεψε την κοιλίτσα και της μίλησε για λίγο. “Σ’ αρέσει αυτό το όνομα, κουκλίτσα μου; Ιουλία! Το πιο όμορφο όνομα…”
Έκατσε εκεί δίπλα στην κούνια μέχρι που το μωρό ξανακοιμήθηκε. Έπειτα σηκώθηκε και έκατσε πάλι στο γραφείο. Άνοιξε το συρτάρι και έβαλε μέσα το τετράδιο. Τακτοποίησε τα πράγματα στη θέση τους και έβαλε το πετσετάκι στα άπλυτα. Στο διάδρομο στάθηκε μπροστά από το ημερολόγιο που είχε κρεμάσει η Εύη ένα χρόνο πριν. Άγγιξε την άκρη της σελίδας. Η χρονιά είχε αλλάξει, αλλά το ημερολόγιο είχε μείνει εκεί, σ’ αυτή τη σημαδεμένη μέρα, στις 11 Νοεμβρίου. Κοίταξε μέσα απ’ τα δάκρυά του τις σβησμένες με μολύβι μέρες. “Για τα ταξίδια που δεν προλάβαμε να πάμε, Εύη μου. Για τα καλοκαίρια που θα περάσουν χωρίς εσένα…”



7 σχόλια:

  1. Εκεί που μπλέκεις το παρόν με το παρελθόν και τα κλάματα του μωρού με την εικόνα της Εύης είναι καταπληκτικό σημείο!Το φαντάζομαι σαν σκηνή σε ταινία! Μπράβο Ερωφίλη!!! Καλή συνέχεια!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Μπράβο, και σε εμένα φάνηκε σαν μια κινηματογραφική σκηνή αυτή.
    Θα περιμένω για την συνέχεια της ιστορίας σου Ερωφίλη. Κάποια στιγμή βέβαια θα με ενδιέφερε να μάθω τη γνώμη σου για μια τέτοια ιστορία που θα διαδραματιζόταν κάτω από πραγματικές συνθήκες. Εννοώ πως πάντοτε με προβλημάτιζαν οι τόσο σημαντικές αποφάσεις (εννοώ να κάνεις γάμο και παιδί) σε τόσο νεαρή ηλικία.
    Αναφορικά με το βιβλίο πάντως, ελπίζω ότι στο τέλος ο κάθε ήρωας θα πάρει αυτό που του αξίζει!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Είναι πολύ συγκινητική η ιστορία σου.
    Κατάφερες να με ξαφνιάσεις. Περιμένω με ανυπομονησία τη συνέχεια..!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Ερωφίλη ειμαι η Σεβινα! τι κανεις? δεν μπορεις να φανταστεις ποσο μου αρεσε αυτο που διαβασα! Χαιρομαι παρα πολυ για σενα! Προς το τέλος του 2ου κεφαλαίου δεν σου κρύβω ότι συγκινηθηκα! Γράφεις υπέροχα όπως έγραφες πάντα αλλωστε απο τοτε που σε θυμαμαι! καλή συνεχεια και να ξερεις οτι θα τη διαβάσω οπωσδηποτε...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Σεβίνα, χαίρομαι πολύ που σε βλέπω!! Σ' ευχαριστώ αλλά δυστυχώς έχω κολλήσει... δεν ξέρω κι εγώ πόσο καιρό παλεύω το έκτο κεφάλαιο. Ελπίζω όμως κάποτε να το τελειώσω και να πάω παρακάτω! Τα λέμε!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Εδω Σεβινα και πάλι! Μην αγχώνεσαι, σιγά! Ελπίζω γενικα να περνας καλα! Τα λεμε!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Ki egw molis twra to diavasa kai mou arese poly,poly kinimatografiko kai syginhtiko. Kalh synexeia!

    ΑπάντησηΔιαγραφή