17 Ιουν 2010

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΤΟ

Πέμπτη, 11 Νοεμβρίου1994

Άνοιξε τα μάτια της αργά, λες και το φως θα μπορούσε να τρυπώσει μέσα τους και να τα τυφλώσει. Απ’ το παράθυρο έμπαινε λίγο φως, δεν είχε ξημερώσει ακόμα. Έβγαλε τα χεράκια της μέσα απ’ τα σκεπάσματα και έτριψε τα μάτια της, έπειτα έβγαλε τα μαλλιά που είχαν μπει μπροστά στο πρόσωπό της. Και ξαφνικά το θυμήθηκε! Σήμερα ήταν τα γενέθλιά της!
Σηκώθηκε γρήγορα πετώντας την κουβέρτα της στο πλάι κι έτρεξε στο κρεβάτι του μπαμπά της. «Μπαμπά, μπαμπά, ξύπνα! Πρέπει να ετοιμάσουμε το πάρτι!» Ο Μάρκος άνοιξε τα μάτια του και χαμογέλασε. «Αγάπη μου, από τώρα θα αρχίσουμε τις ετοιμασίες; Ακόμα δεν πήγε εφτά η ώρα!» Άπλωσε τα χέρια του, την έπιασε και την έβαλε πάνω στο κρεβάτι δίπλα του. Η μικρή χαμογελούσε. Την κοίταξε και χαμογέλασε κι αυτός. Πότε πέρασαν τρία χρόνια; Η Ιουλία ήταν πια ένα όμορφο, μικρό και πάντα χαμογελαστό κοριτσάκι. Σήμερα θα έκλεινε τα τρία και είχαν συμφωνήσει να κάνουν πάρτι. Θα καλούσαν σίγουρα τη Μαρία απ’ το γραφείο μέριμνας μαζί με την Ελεάνα, την ανιψιά της, τη Σοφία που έμενε στον πρώτο όροφο και ήταν φίλες με την Ιουλία και τον Πάνο, που έμενε απέναντι. Ήταν πέντε χρονών αλλά έπαιζαν πού και πού και συχνά της έλεγε με ύφος αυτά που μάθαινε στο νηπιαγωγείο. Ο Μάρκος είχε παραγγείλει την τούρτα από μέρες. Θα είχε πάνω το κάστρο της Ραπουνζέλ. Η Ιουλία είχε ξετρελαθεί μ’ αυτό το παραμύθι. Το είχε από μικρή. Πρώτα της άρεσε να βλέπει τις εικόνες, μετά που άρχισε να καταλαβαίνει της άρεσε και το υπόλοιπο. Μόνο που δεν ήξερε ποιος της το είχε φέρει. Και ο Μάρκος δεν ήξερε αν έπρεπε να της πει ή όχι. Τώρα δε ζούσε άλλωστε. Τα πρώτα Χριστούγεννα της Ιουλίας είχε έρθει να τους επισκεφτεί και ήταν η μοναδική φορά που ήρθε. Της είχε φέρει ένα φορεματάκι κι αυτό το παραμύθι, μαζί με κάτι γλυκά. Ήρθε κρυφά και διστακτικά κι έφυγε βιαστικά. Ο Μάρκος της είχε πει ότι ήταν ευπρόσδεκτη να επισκέπτεται την εγγονή της όποτε ήθελε, όμως εκείνη ήταν η μοναδική φορά που την είδε. Έπειτα από κάποιους μήνες ο Μάρκος είδε στην εφημερίδα την είδηση του θανάτου της. Βρέθηκε νεκρή πάνω στο μνήμα της κόρης της. Ποιος ξέρει πόσο υπέφερε και βιάστηκε τόσο να φύγει;
Η Ραπουνζέλ λοιπόν ήταν το αγαπημένο παραμύθι της Ιουλίας. Όμως δεν το είχε ακούσει ποτέ από τη γιαγιά της. Κι ούτε θα το άκουγε ποτέ καθώς η άλλη γιαγιά της, η μαμά του Μάρκου, δεν είχε σκοπό όχι να έρθει στη Θήβα να τους δει αλλά ούτε και να αποδεχτεί το γεγονός ότι ο Μάρκος είχε κρατήσει αυτό το παιδί και το μεγάλωνε. Η όλη ιδέα της φαινόταν παράλογη, πράγμα για το οποίο είχε πείσει και τον πατέρα του Μάρκου. Η μόνη οικογένεια που του είχε μείνει ήταν η αδερφή του. Η Στέλλα είχε έρθει στη Θήβα το καλοκαίρι και είχε μείνει μαζί τους για δυο μήνες. Όμως τώρα είχε φύγει στο εξωτερικό, σπούδαζε Ιστορία Τέχνης στο Λονδίνο. Με αυτά τα δεδομένα, στο πάρτι θα ερχόταν μόνο φίλοι, κανένας συγγενής.
Ο Μάρκος κοίταξε την κόρη του. Της χάιδεψε τα μαλλιά, να φύγουν απ’ το πρόσωπό της. Ιουλία μου, σκέφτηκε. Μόνο εσένα έχω τώρα. Τη φίλησε γλυκά και μ’ ένα χαμόγελο τη σήκωσε απ’ το κρεβάτι. Είχε πάρει άδεια απ’ τη δουλειά, οπότε θα περνούσαν όλη τη μέρα μαζί. Το πάρτι ξεκινούσε στις τέσσερις το απόγευμα. Και ήταν μόλις εφτά. Έπρεπε να την απασχολήσει μέχρι τότε αλλιώς σίγουρα το μόνο που θα άκουγε θα ήταν το πάρτι… Σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι και τη σήκωσε ψηλά στα χέρια του γυρίζοντας γύρω γύρω. Η μικρή άρχισε να γελάει. Έτσι έφτασαν στο μπάνιο. Έπλυναν μουτράκια, χεράκια, δοντάκια, χτενίστηκαν και κατευθύνθηκαν προς την κουζίνα. Ώρα για πρωινό. Τη σήκωσε στους ώμους του και στάθηκε μπροστά απ’ το ψυγείο. «Τι θα θέλατε για πρωινό, πριγκίπισσα; Γάλα; Τοστ; Μαρμελάδα μήπως; Έχουμε και χυμό… Τι προτιμάτε, λοιπόν;» Η Ιουλία έκανε ότι σκέφτεται και δεν ξέρει τι να αποφασίσει. Μετά από λίγο ρώτησε, «Μπαμπά; Πότε θα πάμε σ’ εκείνο το μαγαζί που είχαμε δει τα γλυκά απ’ το τζάμι;» Πού το θυμήθηκε τώρα το ζαχαροπλαστείο, σκέφτηκε ο Μάρκος. Πέρασαν από έξω μια φορά και της είπε ότι θα πήγαιναν μια μέρα, να κάτσουν στις ωραίες καρέκλες και να φάνε κάτι νόστιμα γλυκά, που θα γλύφουν τα δάχτυλά τους. Η μικρή είχε βάλει τα γέλια. Μετά του έδειξε μέσα απ’ το τζάμι ποιο ήθελε εκείνη. «Μπαμπά, πάμε να φάμε γλυκό σ’ εκείνο το μαγαζί;», ξαναρώτησε η Ιουλία. «Λοιπόν, θα πιούμε πρώτα ένα γάλα και θα ταχτοποιήσουμε λίγο το σπίτι και σε λίγο που θα ανοίξει το μαγαζί θα πάμε να φάμε και το γλυκό μας, εντάξει Ιουλία μου; Γιατί τώρα ο ζαχαροπλάστης είναι στο σπίτι του ακόμα.» Την κατέβασε απ’ τους ώμους του και της έδωσε ένα φιλί στα μαλλιά. «Εντάξει, γλυκιά μου;» «Ναι, μπαμπά. Θα πιούμε το γάλα μας και μετά που θα πάει ο ζαχαροπλάστης στο μαγαζί του, θα πάμε να φάμε γλυκό, εντάξει;» «Ναι, Ιουλία μου, έλα, πιες το γάλα σου τώρα.»
Όσο η μικρή έπινε το γάλα της, ο Μάρκος ταχτοποίησε την κουζίνα. Μετά άνοιξε την τηλεόραση στα παιδικά, η Ιουλία έκατσε στον καναπέ και εκείνος έφερε τη σκούπα. Μετά τη σφουγγαρίστρα. Μετά μάζεψαν τα παιχνίδια και έβαλαν στη σειρά τα κουκλάκια. Και μετά ήταν ώρα για γλυκό. Ντύθηκαν, έβαλαν τα παλτό τους και βγήκαν στο δρόμο. Δεν πήραν το αυτοκίνητο. Δεν είχε πολύ κρύο ακόμα και θα ήταν ωραία να περπατήσουν λίγο στην πόλη. Το ζαχαροπλαστείο δεν ήταν πολύ μακριά. Στο δρόμο η Ιουλία όλο μιλούσε για το πάρτι, πότε θα έρθουν τα παιδιά και πότε θα φέρουν την τούρτα της και ποιος θα φυσήξει τα κεριά… Πάλι καλά αλλιώς θα το ξεχνούσε, η τούρτα θα ήταν έτοιμη το μεσημέρι, έπρεπε να πάει να την πάρει. Δε γινόταν όμως να πάει μαζί με την Ιουλία, ήταν έκπληξη. Θα την άφηνε για λίγο στο γραφείο με τη Μαρία, το ζαχαροπλαστείο ήταν κοντά στη δουλειά. Έπειτα όταν θα έφταναν στο σπίτι θα την έστελνε γρήγορα μέσα να ντυθεί για το πάρτι και αυτός θα έβαζε την τούρτα στο ψυγείο.
«Μπαμπά, εσύ τι γλυκό θα πάρεις;» Άρχισαν να μιλάνε για νόστιμες σοκολατένιες πάστες, σιροπιαστά γλυκά με άσπρη κρέμα και τάρτες με γέμιση βατόμουρο. Όταν έφτασαν στη βιτρίνα του ζαχαροπλαστείου η Ιουλία εντόπισε το γλυκό που της είχε κάνει εντύπωση και την άλλη φορά. Παρήγγειλαν δύο και έκατσαν σ’ ένα τραπέζι κοντά στη τζαμόπορτα. Η Ιουλία έτρωγε μόνη της και όπως ήταν αναμενόμενο το μουτράκι της ήταν πασαλειμμένο με γλυκό. Ο Μάρκος της έλεγε διάφορες ιστορίες, εκείνη γελούσε. Κοιτούσαν τους περαστικούς και προσπαθούσαν να μαντέψουν το όνομά τους. Η Ιουλία βάφτισε έναν κύριο Καραγκιόζη και μία κοπέλα με κόκκινο μπουφάν Κοκκινοσκουφίτσα.
Στο δρόμο για το σπίτι η Ιουλία μιλούσε στον μπαμπά της για την Ραπουνζέλ. «Ξέρεις, μπαμπά, η Ραπουνζέλ είναι φυλακισμένη σ’ ένα κάστρο και έχει κάτι ξανθά μαλλιά και φοράει ένα ωραίο φόρεμα και από εκείνο το ψηλό το κάστρο που έχει μόνο ένα μικρό παραθυράκι…» Κάθε τόσο οι σκέψεις του Μάρκου ξεστρατίζουν από τη Ραπουνζέλ και το κάστρο της και ένα κύμα αναμνήσεων είναι έτοιμο να τον καταποντίσει, καθώς περνάνε μπροστά από κάποιο παγκάκι που είχαν καθίσει κάποτε με την Εύη και είχαν κάνει όνειρα για τις ζωές τους. Όμως πότε πότε το χεράκι της Ιουλίας σφίγγει περισσότερο το δικό του και τον επαναφέρει στην πραγματικότητα της συζήτησης για τη Ραπουνζέλ. «Μπαμπά, εσένα σου αρέσει το φόρεμα της Ραπουνζέλ; Ποιος λες να της το αγόρασε; Και φοράει και κάτι όμορφο στο λαιμό της. Λες να βρούμε κι εμείς ένα τέτοιο ωραίο φόρεμα για να φορέσω στο πάρτι μου;» Ο Μάρκος χαμογελάει. Χαίρεται με την ανεμελιά της μικρής. «Τι χρώμα είπες ότι είναι το φόρεμα της Ραπουνζέλ; Λέω να ψάξουμε στα μαγαζιά και είμαι σίγουρος ότι θα βρούμε ένα πολύ ωραίο φόρεμα, όπως ακριβώς το έχεις φανταστεί, και θα το φορέσεις απόψε στο πάρτι και θα είσαι το πιο όμορφο κοριτσάκι που έχω δει ποτέ μου!» Σειρά της Ιουλίας να χαμογελάσει. Αχ, μακάρι να βρουν ένα τόσο ωραίο φόρεμα σαν εκείνο που έχει φανταστεί μέσα στο μυαλουδάκι της…
Μετά από αρκετή ώρα ο Μάρκος και η Ιουλία βγαίνουν χαμογελαστοί από ένα κατάστημα κρατώντας μαζί μια ροζ μεγάλη τσάντα. Μέσα βρίσκεται το υπέροχο φόρεμα που θα φορέσει απόψε η Ιουλία. Το δοκίμασε, στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη και χαμογέλασε. Ήταν ακριβώς όπως το ήθελε. Τώρα θα πήγαιναν να το δείξουν στη Μαρία! Η Ιουλία ήταν ενθουσιασμένη. Σταμάτησε να μιλάει για τη Ραπουνζέλ και κρατούσε σφιχτά την τσάντα μέσα στο χέρι του μπαμπά. Περπατούσε με μικρά πηδηματάκια και τραγουδούσε κάποιο τραγουδάκι που κάθε τόσο ξεχνούσε τι λέει παρακάτω.
******
(συνεχίζεται)

5 σχόλια:

  1. Πολύ συγκινητικό,περιμένω και τη συνέχεια!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Καλή επιστροφή λοιπόν Ερωφίλη!
    Μάλιστα, μας μεταφέρεις παρακάτω χρονικά λοιπόν, το κοριτσάκι μεγάλωσε λίγο και ο μπαμπάς του το μεγαλώνει μόνος. Για να δούμε :-)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Δέσποινα σ' ευχαριστώ.

    athina ευχαριστώ πολύ, αργά και σταθερά ελπίζω να επιστρέψω!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Πολύ γλυκό αυτό το κεφάλαιο! Μπράβο Ερωφίλη!!! Επιτέλους, μετά από τόσα καιρό!!! χεχε
    Πάντως δεν έχεις χάσει τίποτα από το ύφος των προηγούμενων κεφαλαίων. Μοιάζει σαν να το έγραψες αμέσως μετά από τα υπόλοιπα!
    Καλή συνέχεια!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Iatridis σ'ευχαριστώ πάρα πολύ, χαίρομαι πολύ για το σχόλιό σου...

    ΑπάντησηΔιαγραφή