3 Ιουλ 2010

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΚΤΟ (συνέχεια)

Στο σκοτεινό πεζοδρόμιο τρεμόπαιζε ένα αχνό φως. Το πασχαλιάτικο φανάρι στο χέρι του Μάρκου πήγαινε πέρα δώθε, άλλοτε φωτίζοντας και άλλοτε σκιάζοντας τα βήματά του. Το βρήκε κάπου στο σπίτι, σκέφτηκε ότι δεν πείραζε και το πήρε. Άφησε την Ιουλία να κοιμάται και τη μπέιμπι-σίτερ να την προσέχει. Της είχε τηλεφωνήσει μετά το πάρτι. Αφού όλοι έφυγαν και η Ιουλία αποκοιμήθηκε στον καναπέ μ’ ένα χαμόγελο ξεχασμένο στα χείλη της, ο Μάρκος προσπάθησε να βάλει μια τάξη στα πιάτα της τούρτας, στα ποτήρια με τα αναψυκτικά και στα άδεια μπολ που γέμιζαν το σαλόνι και την κουζίνα. Έψαξε για ένα φακό αλλά δε βρήκε πουθενά. Σ’ ένα ντουλάπι βρήκε το φαναράκι και το πήρε. Τα βήματά του, νευρικά, πότε κλωτσούσαν κάποια πέτρα, πότε χτυπούσαν το πεζοδρόμιο. Έφτασε στο δρόμο του νεκροταφείου. Ερημιά. Θέλησε να γυρίσει πίσω μα άλλαξε γνώμη. Σαν έφτασε κοντά, στερέωσε το φαναράκι πάνω στον τοίχο κι έπειτα πήδηξε απ’ τη μέσα μεριά. Πήρε το φαναράκι και συνέχισε. Κάποιο πουλί άφησε τα φυλλώματα ενός δέντρου και πέταξε βιαστικά πάνω απ’ το κεφάλι του Μάρκου. Σκιάχτηκε. Κοίταξε ολόγυρα να ξεχωρίσει τον τάφο της Εύης. Άφησε το φαναράκι του στο χώμα και γονάτισε μπροστά του. Δε μίλησε για λίγο. Αφουγκράστηκε τη σιωπή της νύχτας, με τους ψιθύρους των πουλιών και την ανάσα του ανέμου. Κοίταξε την ανθοδέσμη που κείτονταν πάνω στο μνήμα, φρέσκια ακόμα, δροσερή, δαρμένη όμως απ’ τους ανέμους της ημέρας. Αν βρισκόταν εκείνη την ώρα κάποιος στα μνήματα θα άκουγε το χτύπο της καρδιάς του, έντονο, ανυπόμονο. Ο Μάρκος απόθεσε τα μάτια του στο σκαλιστό όνομα της πλάκας και άρχισε.

«Εύη μου, εγώ είμαι. Ήρθα να σε δω. Να σου μιλήσω. Σήμερα η κούκλα μας έγινε τριών. Να ‘σουν εδώ, να την έβλεπες! Πώς θα ‘θελα να βρίσκεσαι εδώ μαζί μου να την καμαρώναμε μαζί, κάθε μέρα και κάθε ώρα. Σήμερα έμοιαζε με μικρή πριγκίπισσα. Με ένα ροζ φόρεμα που είπε ότι ήταν ολόιδιο της Ραπουνζέλ. Η Ιουλία μας! Έγινε κιόλας τριών χρονών. Και στο πάρτι… Ήρθαν οι φίλοι της και παίξανε, τραγουδήσανε, έφαγαν… Τόσο, που όλα τα πιτσιρίκια ήταν εξουθενωμένα μετά από δυο ώρες. Η μικρή αποκοιμήθηκε στον καναπέ. Δεν την ξύπνησα. Ήρθα σε σένα… Σε σκεφτόμουν συνέχεια. Θυμάσαι εκείνο το πάρτι που είχε κάνει μια συμμαθήτριά σου; Με πήρες και πήγαμε μαζί. Και ήταν η πρώτη φορά που χορέψαμε, ακούγαμε τη μουσική και νιώθαμε ότι ερχόμαστε ακόμα πιο κοντά. Θυμάσαι που μου ‘λεγες ότι ήταν το ωραιότερο πάρτι που πήγες ποτέ; Εγώ θυμάμαι. Θυμάμαι κάθε λεπτομέρεια. Θυμάμαι κάθε λεπτομέρεια της ζωής μας και είναι στιγμές που λυγίζω… Προχθές είχε πάει η Ιουλία μια βόλτα με τη Μαρία τη συνάδελφό μου κι έτσι είπα να βγω για έναν περίπατο. Το μόνο περίπατο που ξέρω και που πάντα τον κάναμε μαζί. Σε κάθε βήμα εικόνες εισέβαλαν στο μυαλό μου και το ταλαιπωρούσαν. Σε κάθε εικόνα εσύ. Σε κάθε εικόνα εμείς. Μια εικόνα χίλιες λέξεις λένε, και μια σιωπή χίλιες κραυγές. Πόσο μου λείπεις! Μου λείπεις αφάνταστα πολύ κι όπου κι αν κοιτάξω ξέρω ότι το βλέμμα σου έχει ακουμπήσει εκεί πριν το δικό μου. Όλα φέρουν μια ανάμνηση δική σου. Χωρίς να με ρωτούν έρχονται και φωλιάζουν μέσα μου κι αρνούνται να μ’ αφήσουν. Πονάω, Εύη! Δεν ξέρω τι να κάνω για να μη σε σκέφτομαι… Για να σε σκέφτομαι χωρίς να πονάω. Κι η μικρή μεγαλώνει. Ξέρεις τι μου είπε μια μέρα; Ότι ονειρεύτηκε τη μανούλα της. Βούρκωσα κι έπειτα της είπα ότι είσαι ευτυχισμένη και μας προσέχεις από μακριά. Με αγκάλιασε σφιχτά, με φίλησε και μου είπε «Μπαμπά, αφού μας προσέχει, τότε γιατί στενοχωριέσαι;» Τι να κάνω, Εύη μου; Πες μου τι μπορώ να κάνω. Κάθε πρωί που ξυπνάω απλώνω το χέρι μου κι αγκαλιάζω το κενό στο κρεβάτι μου. Το ίδιο κενό έχω στην καρδιά μου, το ξέρεις. Θέλω να σε δω. Μα μόνο στο μυαλό μου σε βλέπω. Κι είναι η μορφή σου τόσο καθησυχαστική που με γαληνεύει. Μα η εικόνα χάνεται μαζί με τη γαλήνη μου σ’ ένα μόνο δευτερόλεπτο. Αυτά τα δευτερόλεπτα με κρατούν όρθιο για να φροντίζω την Ιουλία. Να ‘βλεπες μόνο πόσο σου μοιάζει… Ξέρεις άραγε; Μας βλέπεις; Δεν ξέρω τι να σκεφτώ. Θυμάσαι που είχαμε πάει στην Ανάσταση μαζί; Θυμάσαι που βλέπαμε τα πυροτεχνήματα αγκαλιασμένοι μέσα στον κόσμο ψέλνοντας το Χριστός Ανέστη; Τσουγκρίσαμε κόκκινα αυγά την επόμενη μέρα και γιορτάσαμε με φίλους, όμως μου είπες ότι στην εκκλησία το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου είχες νιώσει πολύ όμορφα. Πηγαίνουμε πολλές φορές στην εκκλησία με την Ιουλία και είναι το μόνο παιδί που κάθεται ήσυχο. Οι άλλοι γονείς απορούν. Κι εγώ απορώ. Δεν ξέρω αν πραγματικά πιστεύω ή αν είναι απλή συνήθεια. Εσύ πίστευες; Και τώρα πού να ‘σαι; Δεν ξέρω πού είναι η ψυχή σου, όμως η ανάμνησή σου είναι παντού. Όπου και να κοιτάξω σε βλέπω. Και γίνεται τόσο δυσβάσταχτο αυτό, να σε βλέπω παντού και να μην είσαι πουθενά… Δεν ξέρω, αγάπη μου, σκέφτομαι να φύγω. Άκουσα ότι γίνονται αιτήσεις για το εξωτερικό. Θέλω να ρωτήσω να μάθω περισσότερα. Θέλω να είμαι μαζί σου, όμως δε χρειάζεται να είμαι εδώ για να σε θυμάμαι. Σε θυμάμαι και σ’ αγαπώ κάθε δευτερόλεπτο της ζωής μου. Μα οι αναμνήσεις με βασανίζουν. Νομίζω πως θα ‘ναι πιο καλά αν μπορέσουμε να φύγουμε με την Ιουλία. Θα χάσουμε βέβαια τους φίλους μας, τη Μαρία κυρίως που μας έχει σταθεί τόσο πολύ, όμως νομίζω ότι είναι η σωστή επιλογή. Τι λες; Ξέρω ότι κι εσύ μ’ αγαπάς κι αν ήσουν εδώ θα ήταν όλα αλλιώς, μα μου λείπεις, μου λείπεις τόσο πολύ. Νομίζω ότι είναι ο μόνος τρόπος να ηρεμήσω για λίγο. Εύη μου, συγχώρα με. Θα ξανάρθω να σου μιλήσω, το έχω ανάγκη, μα τώρα πρέπει να πάω σπίτι. Η κοπέλα που προσέχει το μωρό μας πρέπει να φύγει κάποια στιγμή κι έχει ήδη περάσει η ώρα. Σ’ αγαπώ, μωρό μου… Σ’ αγαπώ.»

5 σχόλια:

  1. Αχ βρε Ερωφίλη...!Πολύ καλό! Στο έχω ξαναπεί νομίζω, χτυπάς στο συναίσθημα και είναι εξαιρετικό που το καταφέρνεις! Και οι περιγραφές σου είναι ωραίες, τουλάχιστον εμένα μου δίνεις την εικόνα του χώρου που δρούν οι ήρωες! Άντε και όταν το εκδώσεις με το καλό θα σου κάνω την εικονογράφηση! ;-)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Iatridis ευχαριστώ πολύ για την κριτική! Και θα χαρώ πολύ για τη συνεργασία! ;-)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Και μένα μου άρεσε η συνέχεια, σε κάποια σημεία συγκινήθηκα πάρα πολύ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Διάβασα -μερικά τα θυμόμουν απ΄την προηγούμενη φορά,αλλά τα ξαναδιάβασα απ΄την αρχή-... μάλλον μόλις ρούφηξα σαν το πιο μεθυστικό ποτό και τα έξι κεφάλαια μονομιάς, είναι υπέροχο!!!! Τόσο αληθινό!!!!Τόσο συγκινητικό!!!!
    Σ΄ ευχαριστώ για την επίσκεψή σου στο μπλογκ που μου έδωσε την ευκαιρία να ομορφήνει τόσο πολύ το απογευματινό μου αυτό...καλό σου μήνα Ερωφίλη, με υγεία, πολλή έμπνευση και διάθεση για δημιουργία :-)))))

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Σ΄ευχαριστώ πάρα πολύ! Τα λόγια σου με χαροποίησαν ιδιαίτερα!! Καλό μήνα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή