5 Μαρ 2012

Κεφάλαιο έβδομο


-Καλησπέρα Μαρία, ο Μάρκος είμαι. Τι κάνεις;… Κι εγώ καλά. … Ναι, μια χαρά, κοιμάται. … Ναι, βέβαια. … Καλύτερα να ‘ρθεις από ‘δω να τα πούμε από κοντά. … Εντάξει, τα λέμε. … Σ’ ευχαριστώ πολύ, Μαρία. … Ναι, γεια.
Η Ιουλία είχε πάει νωρίς για ύπνο αφήνοντας στο Μάρκο αρκετό χρόνο με τον εαυτό του. Η απόφαση να φύγει για εξωτερικό είναι δύσκολη. Πρέπει να το σκεφτεί απ’ όλες τις πλευρές, να ζυγίσει καλά τα υπέρ και τα κατά. Είναι πολλά πράγματα που πρέπει να λάβει υπόψιν του και φοβάται να το κάνει μόνος του. Το κουδούνι χτυπάει πάνω στην ώρα. Ο Μάρκος είχε αρχίσει να πανικοβάλλεται από τον αριθμό των σκέψεων που περνούσαν απ’ το μυαλό του.


Η Μαρία αλάφρυνε το μυαλό του με την παρουσία της. Η φιλική αγκαλιά της του θύμισε ότι δεν είναι μόνος του. Του το είχε αποδείξει όλα αυτά τα χρόνια που ήταν στο πλευρό του διακριτικά βοηθώντας τον να τα βγάλει πέρα στην καθημερινότητά του. Της ανταπέδωσε την αγκαλιά νιώθοντας ευγνωμοσύνη.

-Έλα, πέρασε μέσα. Να σου φέρω κάτι να πιεις;
-Έχεις χυμό; Λίγο χυμό, σ’ ευχαριστώ πολύ… Λοιπόν; Στο τηλέφωνο σε άκουσα κάπως. Τι τρέχει;
-Κάτσε, να φέρω το χυμό και θα σου πω.
Ο Μάρκος επέστρεψε με δύο ποτήρια χυμό. Κάθισε απέναντι απ’ τη Μαρία, ήθελε να βλέπει τις αντιδράσεις της σ’ αυτά που θα της έλεγε. Και της είπε. Της είπε για τη σκέψη του να φύγουν στο εξωτερικό, της είπε για τις ανησυχίες του, της είπε για τον καημό του που όσο μένει στα ίδια μεγαλώνει και τον πλακώνει. Της μίλησε για την Ιουλία που μεγαλώνει και θέλει περισσότερη προσοχή. Απ’ τη μία νιώθει πως αν μείνει λεπτό παραπάνω στη Θήβα η καρδιά του θα μαυρίσει απ’ τον πόνο, απ’ την άλλη δεν ξέρει πώς θα τα καταφέρει μόνος του σ’ ένα ξένο μέρος με τη μικρή. Της μίλησε πολλή ώρα. Κι η Μαρία κατάλαβε πως αυτός ο άνθρωπος βασανίζεται περισσότερο απ’ ό,τι αφήνει τους άλλους να δουν. Κατάλαβε πως ο Μάρκος δε μπορούσε να ζήσει ευτυχισμένος σ’ ένα μέρος που κάποτε το μοιράστηκε με την αγαπημένη του. Κι αν ο Μάρκος δεν ήταν ευτυχισμένος, δε θα μπορούσε να είναι ούτε η Ιουλία. Κι όσο κι αν δεν ήθελε να τους αποχωριστεί, συμφώνησε με το Μάρκο πως το να φύγει στο εξωτερικό θα τον ξαλαφρώσει λίγο απ’ τη θλίψη του.
Μετά τη συζήτηση ο Μάρκος ένιωσε μεγάλη ανακούφιση. Η Μαρία προσφέρθηκε να ψάξει για τις θέσεις εξωτερικού κι ένιωσε να φεύγει ένα βάρος από πάνω του. Έκατσαν έπειτα και μίλησαν γενικά κι αόριστα για χίλια δυο πράγματα ώσπου τους διέκοψε η Ιουλία. Ήρθε αγουροξυπνημένη στο σαλόνι κι έκατσε στην άκρη του καναπέ. Έτριψε τα μάτια της για να ξενυστάξει κι έκανε πίσω τα μαλλιά της. Η συζήτηση των μεγάλων σταμάτησε αμέσως κι άρχισαν κι οι δύο να της κάνουν ερωτήσεις. Ο Μάρκος του τύπου «Ξύπνησες, καρδιά μου; Να σου φτιάξω κάτι να φας;» και η Μαρία «Πω πω, μια κούκλα! Κοιμόσουνα, αγάπη μου; Να σε πάρει αγκαλίτσα η θεία;». Αυτό το παιδί μπορούσε να φέρει το χαμόγελο ακόμα και στα χείλη του πιο δυστυχισμένου ανθρώπου, σκέφτηκε η Μαρία.
***
Μία βδομάδα μετά η Μαρία δίνει στο Μάρκο πλήρη αναφορά για τις θέσεις του εξωτερικού που έχουν προκηρυχθεί. Η διάρκεια παραμονής κυμαίνεται από δύο μέχρι τρία χρόνια υποχρεωτικά. Ο Μάρκος έχει δύσκολο έργο μπροστά του. Πρέπει να διαβάσει τις πληροφορίες για κάθε μονάδα και να αποφασίσει σε ποια από αυτές θα κάνει αίτηση. Γιατί είναι αποφασισμένος να κάνει αίτηση. Ή τουλάχιστον αποφεύγει να το ξανασκεφτεί γιατί ξέρει ότι θα λυγίσει και θα αναιρέσει την απόφασή του. Απ’ τη μία θέλει να φύγει απ’ αυτό το μέρος που είναι τόσο στενά συνδεδεμένο με την Εύη, απ’ την άλλη δεν είναι σίγουρος ότι μετά από τόσα χρόνια μπορεί να ζήσει κάπου αλλού και μάλιστα μόνος με ένα παιδί. Κάθεται για πολλή ώρα πάνω απ’ τις αιτήσεις, κοιτάει την κάθε μία με τρομερή αφοσίωση, σκέφτεται και ξανασκέφτεται. Γιατί να είναι τόσο δύσκολο; Αφήνει τα χαρτιά και φέρνει τα χέρια του στο πρόσωπο. Συγκρατιέται για να μην αφήσει τα συναισθήματά του να βγουν, να ξεσπάσουν. Νιώθει απελπισμένος. Νιώθει να πνίγεται. Γιατί να μην μπορεί να αποφασίσει μια και καλή, με δύναμη και αποφασιστικότητα; Να πάρει μια απόφαση και να τη στηρίξει σαν άντρας; Μα για ποιον άντρα μιλάς; σκέφτεται. Εσύ είσαι έτοιμος να κλάψεις.
Αυτή η πάλη με τον εαυτό του, με τις σκέψεις του, τον εξαντλεί. Θέλει να κοιμηθεί, να σταματήσει να σκέφτεται. Αλλά πρέπει να περιμένει να ‘ρθει το βράδυ. Μόνο όταν η Ιουλία πάει για ύπνο θα είναι ελεύθερος να δείξει την ευάλωτη πλευρά του. Τότε θα μπορεί να κλάψει χωρίς να φοβάται μήπως τον δει η μικρή, κι έπειτα να πέσει στο κρεβάτι του και να παραδοθεί στις σκέψεις του, ώσπου να ‘ρθει ο ύπνος και να τον σώσει απ’ τα βασανιστήριά τους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου